Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

Ψόφα ΠΑΣΟΚ!



Περνάω τις γραμμές του τραίνου κι απότομα αλλάζω κόσμο. Έχω μπει στη περιοχή των προλετάριων. Σπίτια χαμηλά, εργατικές κατοικίες ανακατεμένες με αυλές που φιλοξενούν παράγκες· από ξύλα και λινάτσα.
Παλιά ψυγεία σκεπασμένα με πλαστικό, σκουριασμένα παιδικά καροτσάκια - τα φυλάνε μήπως χρειαστούν ξανά κάποτε...

Νοιώθω ότι έχω βρεθεί σε λάθος περιοχή. Η ζέστη στη Λάρισα είναι δολοφονική στα τέλη του Αυγούστου του 1981, γύρω μου σκουπίδια και μυρίζουν έντονα. Μύγες, κι ούτε ψυχή στο δρόμο. Που είναι οι άνθρωποι; (στριμωγμένοι σαν τα μυρμήγκια στους ναούς της βιομηχανικής ζώνης - ηλίθιε!).

Στο χέρι μου το μπλοκάκι με τα εισιτήρια για τη «Γιορτή Νεολαίας ΠΑΣΟΚ '81». Τη «Γιορτή της Αλλαγής»: όλα τα σημάδια δείχνουν ότι θα νικήσουμε στις εκλογές του Οκτώβρη· κάπως δειλά κι επιφυλακτικά, έχουμε αρχίσει να το πιστεύουμε.
Κι εμείς, πόρτα - πόρτα, πουλάμε εισιτήρια, 20 δρχ. το ένα. Ούτε ακριβά, ούτε φτηνά. Αλλά εκεί, στον κόσμο των προλετάριων, το εικοσάρικο έχει αξία. Είναι κάτι σοβαρό. Ακόμα κι εγώ, που μέχρι εκείνη την ώρα εισπράττω τα «φοιτητικά μου έξοδα» από το γκισέ της τράπεζας, το καταλαβαίνω. Έπειτα, εδώ είναι το βασίλειο του ΚΚΕ. Οπότε, ταλαντεύομαι: να χτυπήσω κάποια πόρτα ή να ξαναπεράσω τις γραμμές;

Κόβω ένα σπιτάκι περιποιημένο - συγκριτικά μιλώντας. Ένα τετράγωνο, χαμηλό κουτί, ίσαμε 5 μέτρα πλάτος, ασβεστωμένο. Μια πορτούλα, κι ένα μικρό παράθυρο στο δρόμο, πλαστικό κουρτινάκι με λουλουδάκια· παριστάνει τη δαντέλα. Μπορεί και να θελήσουν να μας ενισχύσουν - άμα είναι μέσα δηλαδή. Αλλά μάλλον δεν θα 'ναι - οπότε ας χτυπήσω τη πόρτα κι ας φύγω - να μη νοιώθω ότι τα παράτησα έτσι εύκολα δηλαδή.

Ανοίγει μια κυρία. Απροσδιόριστη ηλικία, βλέπεις, στους προλετάριους τα 30 μπορεί να φαίνονται και για 50... Χάνω τη μιλιά μου. Πίσω της βλέπω ένα δωμάτιο γεμάτο με κουκέτες όπως αυτές του στρατού. Τουλάχιστον δέκα άνθρωποι πρέπει να κοιμούνται εκεί μέσα.

Έχω παγώσει σαν άγαλμα. Στο σπίτι που μεγάλωσα, ξύλινο πάτωμα που δεν χάραζε («ναι, βάλαμε τικ, το πληρώσαμε κάπως παραπάνω, αλλά δεν θέλει συντήρηση, είναι μεγάλη φασαρία ξέρεις»), καλοριφέρ το χειμώνα («παπαπα, τα τζάκια έχουν μεγάλη βρώμα και ταλαιπωρία, το καλοριφέρ είναι πολιτισμός»), παγωτά το καλοκαίρι· η ζωή είναι ωραία.

Κι ενώ εγώ κάνω συγκρίσεις, η κυρία με κοιτάει:

- «Τι θέλετε»;
- «Εεεε, εισιτήρια για τη γιορτή νεολαίας ΠΑΣΟΚ», παπαγαλίζω τραυλίζοντας.

Αντανακλαστικά παίρνω το χαμόγελο («Δεν πειράζει, σας ευχαριστώ, καλή σας μέρα») κι ετοιμάζομαι να φύγω. Το σώμα μου έχει αρχίσει ήδη να στρίβει μακριά από την πόρτα. Αλλά η κυρία με πιάνει απ' το χέρι:

- «Περίμενε. Για το ΠΑΣΟΚ είπες»;
- «Μάλιστα». Σκέφτομαι πως μπορώ να της δώσω ένα εισιτήριο με έκπτωση, έχω γίνει δειλός και συγκαταβατικός ταυτόχρονα, δεν το συνειδητοποιώ και δεν μπορώ να το ελέγξω.

Πηγαίνει σε μια από τις κουκέτες και σηκώνει το στρώμα. Όλα τα κρεβάτια είναι στρωμένα και τακτοποιημένα, το πάτωμα πεντακάθαρο. Ένας ναυτικός με μια πίπα στο στόμα, δίκην πίνακα κρέμεται ανάμεσα στις κουκέτες. Βγάζει από κάτω ένα μικρό ρολό χαρτονομίσματα, πιασμένα με λαστιχάκι.
Επιστρέφει· ενώ εγώ ακόμα δεν έχω βρει πώς να της ξεφουρνίσω ότι το εισιτήριο κοστίζει ένα ολόκληρο εικοσάρικο.

- «Πόσο έχει το ένα»;
Να 'τα... Δεν έχω σκεφτεί τίποτα.
- «Έεεεεε.... Είκοσι»! (ορίστε το 'πα!).
- «Δώσε μου δέκα» λέει. Τραβάει το λαστιχάκι και μετράει τέσσερα πενηντάρικα.

Μετράω στα γρήγορα δέκα εισιτήρια και της τα δίνω. Μηχανικά βάζω στη τσέπη μου τα χρήματα, υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνω εδώ και βιάζομαι να εξαφανιστώ.

Είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Διάβαζα Ντίκενς στο δωμάτιό μου με την ανθισμένη κορομηλιά στο παράθυρο, κι ο Κόππερφιλντ βρισκόταν κάποτε, κάπου, μακριά. Και ποτέ βέβαια, δεν πήγαινα εγώ εκεί, πολύ περισσότερο να του ζητήσω και χρήματα! Ήταν λογοτεχνία («του αρέσει η λογοτεχνία, ναι το καλό μου, διαβάζει συνεχώς»).

Η κυρία με κοιτά χαμογελώντας:

- «Τι λες, θα νικήσουμε πια»;
- «Έτσι φαίνεται».
- «Τι μαθαίνετε από την Αθήνα»;
- «Θα νικήσουμε, δεν υπάρχει αμφιβολία».
- «Μακάρι»!

Τη χαιρετώ και φεύγω. Αυτό ήτανε βέβαια, ξαναπερνώ αμέσως τις γραμμές του τραίνου κι επιστρέφω στο χώρο που γνωρίζω.

----------------------------------

Τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη του '81, γύρω στη μία το βράδυ, καθόμαστε στο Αλκαζάρ. Η «Γιορτή Νεολαίας» έχει τελειώσει. Γύρω μας στερεωμένα πλακάτ με ζωγραφιές και συνθήματα· το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ που θα άλλαζε την Ελλάδα, σε ζωγραφιές. Σκουπίδια και χαρτιά και γόπες σκορπισμένα παντού και πρέπει να μαζέψουμε και να καθαρίσουμε.
Ο Γιάννης, που έχει το μαγαζί με τα πουκάμισα, μ' αρπάζει βίαια από πίσω:

- «Είκοσι πέντε χιλιάδες εισιτήρια κόψαμε ρε, ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ σε τρεις μέρες! Καταλαβαίνεις ρε, καταλαβαίνεις; Δε τρέφουμε ψευδαισθήσεις ρε σύντροφε, θα νικήσουμε»!

Ξεφωνίζει στα αυτιά μου και με ψεκάζει με σάλια. Δε με νοιάζει, γελάω και τον αγκαλιάζω. Χτυπάμε ο ένας στην πλάτη τον άλλο και χοροπηδάμε.

------------------------------------

Αλλά, τελικά, στο ερώτημα,

- «Τι λες, θα νικήσουμε ΠΙΑ»;

είχα απαντήσει λάθος. Δεν νικήσαμε. Ακόμα να έρθει το «ΠΙΑ» που αποζητούσε η κυρία.

Αντ' αυτού, ο Βενιζέλος να μας αποκαλεί «τσογλάνια». Και δεν ξέρω πού να βρω την κυρία, να της ζητήσω συγγνώμη - το ελάχιστο που μπορώ να κάνω...

Ψόφα ΠΑΣΟΚ. ΨΟΦΑ ΠΙΑ!