Τρίτη, Δεκεμβρίου 18, 2012

Το σοκ πέρασε· τώρα αρχίζει η συνέχεια...

Στην απαρχές της ελληνικής κρίσης, διάβασα με ενδιαφέρον το βιβλίο της Naomi Klein «Το δόγμα του σοκ». Ομολογώ ότι ήταν κάπως ανατριχιαστικό να διαβάζω τις ίδιες εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν ο Γιωργάκης Παπανδρέου κι η κουστωδία του στην περίπτωση της Ελλάδας.
Ωστόσο, το βιβλίο της Klein, καταγράφει βασικά τη φαινομενολογία της νεοφιλελεύθερης επίθεσης σε μια χώρα, ενώ μπλέκει κάπως αυθαίρετα, ψυχολογικούς με κοινωνικούς μηχανισμούς. Αυτό βέβαια, δεν μειώνει καθόλου την αξία του βιβλίου.

Αυτό όμως που έχει μεγάλη σημασία στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι ο χρόνος. Η έννοια του σοκ, αποκτά υπόσταση μόνον αν το σύστημα - στόχος δεν έχει χρόνο να προσαρμοστεί ανάλογα. Αν το σοκ - ο ίδιος τύπος σοκ - επαναλαμβάνεται, απλώς παύει να είναι σοκ.
Δεν είναι πλέον πληροφορία, γίνεται μια εκ των προτέρων δεδομένη κατάσταση, κάτι το γνωστό. Τι σημασία έχει αυτό στη περίπτωσή μας; Όλη τη σημασία του κόσμου - τα πάντα κυριολεκτικά!

Ας δούμε τι σημαίνει λοιπόν...

Στην Ελλάδα που γνωρίσαμε, το «κράτος πρόνοιας» ήταν πάντα μια ελαττωματική δομή· οι υπηρεσίες που υποθετικά παρείχε, ήταν ελλιπείς, πρόχειρες και προβληματικές. Και, επειδή έτσι ήταν πάντα το Ελληνικό κράτος, το κοινωνικό σύστημα είχε αναπτύξει τις δικές του λύσεις: ένα σύστημα παραπαιδείας - δεκανίκι στο ανάπηρο κρατικό σύστημα Παιδείας. Ένα σύστημα παρα-υγείας, συμπληρωματικό στο λειψό σύστημα Υγείας, με φακελάκια και ιδιωτικές παρεμβάσεις. Ένα σύστημα παρα-πρόνοιας, με την αγορά ακινήτων πχ να λειτουργεί σαν συνταξιοδοτικό («για τα γεράματα») αλλά και σαν εφαλτήριο για τα νέα ζευγάρια πχ.
Γενικά δηλαδή, ένα παρα-κράτος (όχι με την πολιτική έννοια του όρου)· το οποίο βεβαίως χρειαζόταν χρηματοδότηση, κι έτσι αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο η παρα-οικονομία.

Η αρχική δηλαδή αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να εκπληρώσει το ρόλο του, κάτι που ανάγεται ίσως στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, είχε ένα σύνθετο αποτέλεσμα:
  • Η κοινωνία φρόντισε να καλύψει τα κενά, με την ανάδυση δομών που κινούνταν στις παρυφές του κράτους και στα όρια της νομιμότητας (ή κι έξω από αυτά).
  • Το δίκτυο των εναλλακτικών συστημάτων που δημιουργήθηκε, άρχισε να αυτο-αναπαράγεται συγκροτώντας σταδιακά και τη σχετική κουλτούρα που θα διευκόλυνε την επιβίωσή του. Έτσι, η ανικανότητα του Κράτους θεωρήθηκε δεδομένη κι άρα η στήριξη - με κάθε τρόπο - των εναλλακτικών λύσεων, έγινε απαραίτητη.
  • Το ίδιο το Κράτος, προτίμησε να λειτουργεί σαν καταβόθρα των χρημάτων των πολιτών (πελατειακό κράτος) και δεν θεωρούσε απαραίτητο να καλύψει τα κενά του, μια και είχαν ήδη καλυφθεί αλλιώς. Απλώς, έκανε τα στραβά μάτια στην παρα-οικονομία.
Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι, το ίδιο ακριβώς μοντέλο έχει αρχίσει να αναδύεται και πάλι. Αυτή τη φορά, όχι μόνο με ευθύνη του Ελληνικού κράτους, αλλά με (κύρια ίσως) ευθύνη της τρόικα. Και, να εξηγήσω...

 Το Ελληνικό κράτος,  από αδιάφορο και περιφρονητικό προς τους πολίτες του, γίνεται τώρα συστηματικός και σκληρός διώκτης τους. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το συστηματικός: είναι ακριβώς το σημείο αυτό που σηματοδοτεί το τέλος της περιόδου του σοκ και την απαρχή της ανάδυσης κατάλληλων δομών. Η αβεβαιότητα γίνεται βέβαιη - η κοινωνία θεωρεί πλέον το Κράτος απρόβλεπτο και κτηνώδες, επιβεβαιώνει εμπειρικά την άποψη αυτή, οπότε αναγκάζεται να προσαρμοστεί ανάλογα.

Η «καλή» όψη αυτής της εξέλιξης είναι οι εθελοντικές δομές που ξεπηδάνε εδώ κι εκεί , για να προσφέρουν κάποια ανακούφιση στα θύματα του μνημονίου. Η «κακή» όψη, αφορά πχ. την επέκταση της οργανωμένης φοροδιαφυγής που εμφανίζεται πλέον σε όλα τα επίπεδα οικονομικών συναλλαγών, την ξενοφοβία κλπ.
Η ουσία βρίσκεται στο εξής: η κοινωνία, αντιδρώντας στη συστηματική επίθεση που δέχεται από το Ελληνικό κράτος, προχωρά στην προφανή και λογική επιλογή· οργανώνεται εναντίον του εχθρού.
Τίποτε παράδοξο δεν υπάρχει σ' αυτό· κάθε κοινωνικό σύστημα που αντιμετωπίζει παρατεταμένη διαταραχή από το περιβάλλον του, οργανώνει εντός του υποσυστήματα για να διαχειριστεί το πρόβλημα. Το ξαναλέω: οργανώνεται απέναντι στο πρόβλημα. Η εντροπία, δηλαδή η αβεβαιότητα, καταστρέφει τα συστήματα ή τα πιέζει να οργανωθούν. Κι αφού οι Έλληνες πολίτες δεν μπορούν να μεταναστεύσουν στο σύνολό τους, κι ούτε είναι δυνατό να κλείσουμε το μαγαζί «Ελλάδα», το σύστημα «Ελληνική κοινωνία» δεν έχει άλλη λύση από το να επιδιώξει την επιβίωσή του.

Όπως ήδη αναφέραμε, η Ελληνική κοινωνία έχει ήδη εμπειρία από κάτι τέτοιο - το μόνο που χρειάζεται είναι να την ενεργοποιήσει. Κι απ' ό,τι φαίνεται, αυτό συμβαίνει ήδη: το Κράτος αντιμετωπίζεται σαν δύναμη κατοχής. Φαντάζομαι ότι μια τέτοια αντίληψη, θα χαροποιούσε εξαιρετικά πολλούς νεοφιλελεύθερους, μια και θα τους έδινε τη δυνατότητα να προωθήσουν την ιδέα των ιδιωτικοποιήσεων παντού. Μόνο που, κάτι τέτοιο ουδέποτε λειτούργησε στην Ελλάδα (ούτε κι αλλού εδώ που τα λέμε) και δεν υπάρχει κάποιος λόγος να θεωρήσουμε ότι θα επιτύχει τώρα.

Οπότε δυστυχώς, αυτό που μας μένει στο τέλος, είναι η αυτοοργάνωση μιας κοινωνίας απέναντι στις κρατικές δομές. Ίσως να 'ναι καλό - δε μπορώ να πω αν δεν δω τι θ' αναδυθεί. Ο ναζισμός/φασισμός είναι μια πιθανή εκδοχή, μια μετατροπή του κράτους σε κράτος-πατέρα δηλαδή. Η άμεση δημοκρατία, δεν φαίνεται πιθανή αυτή την ώρα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, κάθε πορεία της Ελλάδας προς τον νεωτερισμό έχει ανακοπεί. Εκτός κι αν, η κυβέρνηση αυτή πέσει, όχι μόνο ως κόμματα ή πρόσωπα, αλλά - κυρίως - ως αντίληψη.

Υ.Γ. Για το Ευρωπαϊκό όραμα, ας μη μιλήσω καλύτερα: στα τάρταρα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2012

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ έτοιμος να κυβερνήσει;

«Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει», είπε ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και προκάλεσε αμηχανία στη Κουμουνδούρου αλλά και την οργή κάποιων υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ· άλλων γιατί θεωρούν ότι κάνει λάθος, κι άλλων γιατί πιστεύουν ότι έχει δίκιο μεν, αλλά καλύτερα να κρατά το στόμα του κλειστό.

Δεν θα πάρω θέση στο σημείο αυτό - ίσως αργότερα. Στόχος μου είναι να αποδείξω ότι ο Λαφαζάνης απάντησε ανόητα, όχι γιατί έδωσε αρνητική απάντηση (πιθανότατα έχει δίκιο), αλλά γιατί δέχθηκε καταρχήν ν' απαντήσει.

Το ερώτημα λοιπόν, είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να κυβερνήσει. Αφορά δηλαδή τη «κυβερνησιμότητα», μια έννοια που εφηύραν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων και που προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω τη σημασία της. Φαίνεται βέβαια απλό: ή είσαι έτοιμος να κυβερνήσεις ή όχι· ή έχεις ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης ή όχι. Ισχυρίζομαι ότι η απλότητα του ερωτήματος, είναι στην πραγματικότητα απλοϊκότητα και μάλιστα ιδιαίτερα αφελής - αν όχι κι επικίνδυνη.

Να δώσω μερικά παραδείγματα:

  • Κανείς ποτέ δεν είναι έτοιμος για να γίνει γονιός - ρωτήστε όποιον έμπειρο γονιό θέλετε.
  • Κανείς ποτέ δεν είναι έτοιμος για παντρευτεί - ρωτήστε όποια ή όποιον έμπειρο σύζυγο θέλετε.
  • Κανείς ποτέ δεν είναι έτοιμος για να γίνει προϊστάμενος, δάσκαλος κι ο,τιδήποτε τέλος πάντων έχει σχέση με τις ανθρώπινες σχέσεις.

Και το γενικό ερώτημα «είναι ο x έτοιμος για y» είναι άκυρο καθεαυτό. Μόνον η θρησκεία ισχυρίζεται ότι επιλύει κι αυτό το πρόβλημα, με την «προετοιμασία του πιστού» αλλά, για την ...άλλη ζωή.

Κάποιος βέβαια, μπορεί να επισημάνει ότι αν γίνεις κακός γονιός, θα την πληρώσει η οικογένειά σου, ίσως και κάποιοι λίγοι ακόμα, ενώ αν γίνεις κακός κυβερνήτης, θα την πληρώσει μια χώρα ολόκληρη. Λάθος. Μπορώ ν' απαντήσω αναλυτικά, ή να σας καλέσω να σκεφτείτε λίγο παραπέρα από αυτό τον ισχυρισμό, απαντώντας απλώς: «Γιωργάκης Παπανδρέου».

Το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας, λέγεται περιπλοκότητα. Σε ό,τι αφορά στο θέμα μας, μπορεί να οριστεί ως η αδυναμία να προβλεφθεί η επόμενη κατάσταση πραγμάτων, από την παρατήρηση της παρούσας κατάστασης.
Ποιο είναι το κίνητρο κάθε δράσης; Χωρίς αμφιβολία, αυτό που μας παρακινεί είναι η αλλαγή στη παρούσα κατάσταση πραγμάτων: αναλαμβάνουμε δράση για να αλλάξουμε αυτό που δεν μας αρέσει ή αυτό που θεωρούμε ότι θα οδηγήσει σε μια κατάσταση ανεπιθύμητη, κλπ. Με δυο λόγια, ο λόγος της δράσης, τοποθετείται στο μέλλον· περιπλοκότητα τότε, σημαίνει επίσης, η αδυναμία να προβλέψουμε ασφαλώς (πέραν πάσης αμφιβολίας) τα αποτελέσματα των ενεργειών μας. Κι έτσι, ξεδιπλώνονται οι περίφημες στοχαστικές διεργασίες.

Αν και το θέμα των στοχαστικών διεργασιών αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύστροπο κεφάλαιο της θεωρίας των πιθανοτήτων, μπορούμε νομίζω να το περιγράψουμε απλά:

  • Κάθε στιγμή, βλέπουμε μπροστά μας ένα σύνολο ενδεχόμενων ενεργειών, από τις οποίες επιλέγουμε μια (ακόμα κι αν επιλέξουμε ένα συνδυασμό αυτών, μπορούμε να θεωρήσουμε τον συνδυασμό σαν μια, σύνθετη επιλογή). 
  • Μόλις ενεργήσουμε, το περιβάλλον μας αλλάζει (εξαιτίας της επιλογής μας). Τότε, επιλέγουμε την επόμενη ενέργεια κ.ο.κ.
Θα είμασταν έτσι βεβαίως έρμαια της τύχης, αν δεν υπήρχε ο αποφασιστικός παράγοντας που καθοδηγεί τις επιλογές μας: οι προσδοκίες μας. Δεν επιλέγουμε τυχαία, αλλά με βάση τις προσδοκίες μας. Εδώ, ολοκληρώνεται η απλή αυτή παρουσίαση της θεωρίας των στοχαστικών διεργασιών.

Φυσικά, γνωρίζουμε ότι στη περίπτωση των ανθρώπων αλλά και των κοινωνικών συστημάτων, οι προσδοκίες μας αλλάζουν. Οπότε, το ερώτημα αλλάζει μορφή: με ποιο τρόπο αλλάζουμε το σχεδιασμό μας; Με ποιο δηλαδή τρόπο αλλάζουμε τα κριτήρια επιλογής δράσης; Την απάντηση τη δίνει και πάλι η εμπειρία μας: με βάση τις αρχές μας.

Μπορούμε δηλαδή να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα πλαίσιο πολύ βασικών αρχών, σχετικά ανελαστικό και δύσκαμπτο, ένας βασικός σκελετός που διαφοροποιεί το κάθε αυτοαναφορικό σύστημα από το περιβάλλον του. Οι αλλαγές σε εκείνο το επίπεδο της δομής είναι δύσκολες, αργές και συχνά επικίνδυνες. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε: θεμελιώδη πυρήνα της ταυτότητας του συστήματος.

Στο γενικό ερώτημα λοιπόν «είναι ο x έτοιμος για y», η απάντηση μπορεί - πάντα αυστηρά πιθανοτικά - να δοθεί με βάση τις αρχές που ο x έχει υιοθετήσει.
  • Ένα ζευγάρι που θέτει σαν προτεραιότητα μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στις επιθυμίες του ως ζευγάρι και στις ανάγκες μιας νέας ζωής, φαίνεται πιθανότερο να αποτελέσει μια δυάδα καλών γονιών, παρά κάποιο άλλο.
  • Κάποιος/-α που αντιλαμβάνεται ότι ο γάμος είναι μια συνεχής προσπάθεια σύνθεσης αλλά και ταυτόχρονης συντήρησης της διαφοροποίησης, είναι πιθανότερο ν' αποτελέσει καλό/-ή σύζυγο, σε σχέση με κάποιον άλλο/-η.
Το ερώτημα λοιπόν σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ - και όποιο άλλο πολιτικό κόμμα -  δεν είναι αν «είναι έτοιμος να κυβερνήσει»· αλλά, αν κληθεί να κυβερνήσει, με βάση ποιες αρχές θα προσπαθήσει να το κάνει. Ένα τέτοιο ερώτημα, δεν αφορά τη «κυβερνησιμότητα», αλλά το αν οι προσδοκίες της Ελληνικής κοινωνίας, εναρμονίζονται με τις βασικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ (κι όχι ανάποδα φυσικά).
Τότε βέβαια, πρέπει κάποιος να ρωτήσει «ποιες είναι οι βασικές αρχές πίσω από την ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ». Ποιος είναι δηλαδή ο λόγος ύπαρξής του.
Ένα τέτοιο ερώτημα, μόνο από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να απαντηθεί. Κι η απάντηση πρέπει να είναι σαφής, λιτή και καθαρή. Και βεβαίως πειστική, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι τυπικά αρμόδιος να το απαντήσει, αλλά και το περιβάλλον του ΣΥΡΙΖΑ δίνει τη δική του σχετική απάντηση.

Αυτό νομίζω είναι το καθήκον του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ: να διατυπώσει ένα τέτοιο γενικό πλαίσιο αρχών κι όχι ένα κυβερνητικό πρόγραμμα ...100 ημερών, 4 ετών κι άλλα τέτοια γραφικά που ουδέποτε δικαιώθηκαν από την εμπειρία.

Το ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λύσεις (όπως επίμονα ρωτούν ανόητοι ένθεν κι ένθεν), αλλά αν έχει έναν εσωτερικό μηχανισμό διαμόρφωσης λύσεων ανάλογα με τη περίσταση, ενταγμένο σε ένα γενικό πλαίσιο αρχών.

Αν λοιπόν ο Λαφαζάνης εννοούσε ότι - αυτή τη στιγμή - μάλλον δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, θα συμφωνήσω μαζί του· και βέβαια, πρέπει να ξεκινήσει και να ολοκληρωθεί σύντομα:

  • Η διαδικασία σχηματισμού ενός τέτοιου πλαισίου.
  • Η διεργασία συνεχούς αναμόρφωσης (ανασυγκρότησης) του πλαισίου αυτού.
Κλείνοντας δε, θέλω να επισημάνω ένα ακόμα σημείο που θεωρώ σημαντικό: δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο το τι ΔΕΝ θα κάνει. Κι αυτό βέβαια, δεν αποτελεί κάποια καινοτόμο τοποθέτηση: είναι παλιά η διαπίστωση ότι, τα συστήματα αυτοπροσδιορίζονται όχι τόσο ως θέσεις, αλλά - κυρίως - ως αρνήσεις. Ξεκινώντας από το «εγώ», που προσδιορίζεται ως «όχι - άλλο» και φτάνοντας μέχρι το «εμείς», τα κοινωνικά συστήματα αναπροσδιορίζονται συνεχώς απέναντι στο περιβάλλον τους, ως διαφοροποιήσεις από αυτό.

Και για να το πούμε απλά: μια δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το τι ΔΕΝ θα κάνει (δηλ. ποιες είναι οι «κόκκινες γραμμές» του), νομίζω ότι θα ακουστεί πολύ πειστικότερη από το «τι ακριβώς θα κάνει». Παράλληλα, θα του επιτρέψει να διατηρεί μια ευελιξία τακτικής, όπως ακριβώς απαιτείται σ' αυτό τον κυκεώνα που έχει δημιουργηθεί στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Το πρώτο ερώτημα (κι ίσως το μοναδικό) που απαιτείται να απαντηθεί σαφώς, είναι:

Τι ΔΕΝ πρόκειται να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθειά του να κρατηθεί η Ελλάδα στο ευρώ;

Υ. Γ.: Απαντήσεις του τύπου «η χώρα στο ευρώ με την κοινωνία όρθια» (ΔΗΜΑΡ), ελπίζω να είναι φανερό ότι δεν περνάνε πλέον....



Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2012

Ευρωπαϊκή Ένωση, τέλος.

Αν ανατρέξουμε 35-40 χρόνια πριν, θα δούμε ποια ήταν τα βασικά επιχειρήματα για την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση).
  • Διασφάλιση της Δημοκρατίας
  • Εκσυγχρονισμός του Κράτους
  • Εκμοντερνισμός των κοινωνικών δομών/θεσμών
  • Διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας
Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι, τέσσερις βασικοί παράγοντες ήταν που έκαναν το εγχείρημα εκείνο θελκτικό.

Ο πρώτος, οι μνήμες από την επτάχρονη δικτατορία. Η Ελληνική κοινωνία φαινόταν έντονα αβέβαιη για την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών της χώρας. Έτσι, η ένταξη στη "μεγάλη, δημοκρατική ευρωπαϊκή οικογένεια" φαινόταν σαν "φυγή προς τα εμπρός". Η χώρα ήθελε ν' αφήσει πίσω της το παρελθόν των αντιδημοκρατικών εκτροπών και - ει δυνατόν - να το ξεχάσει. Η "δημοκρατική Ευρώπη" που είχε αποβάλλει από το Συμβούλιο της Ευρώπης την Ελλάδα στα χρόνια της χούντας, που είχε φιλοξενήσει σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, Αγγλία κι αλλού αντιστασιακούς, θα ήταν μια  - ας πούμε - "εγγυήτρια δύναμη" ότι η νεόκοπη Ελληνική Δημοκρατία θα μακροημερεύσει.

Λάθος πρώτο: η εγγύηση του δημοκρατικού πολιτεύματος μιας χώρας, επαφίεται πάντα στους πολίτες αυτής της χώρας. Μια χώρα χωρίς πολίτες - δηλαδή μόνον με κατοίκους - δε μπορεί να διασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία που επαγγέλλεται η Δημοκρατία. Κι η Ελλάδα, δεν προχώρησε σε καμία απολύτως εμβάθυνση της Δημοκρατίας - το πράγμα αφέθηκε σε μια (μαγική;) διαδικασία μεταφοράς της δημοκρατικής συνείδησης από την Εσπερία στην Ελλάδα, μια μεταλαμπάδευση, όπως ίσως κάποιοι φαντάζονταν, του μοντερνισμού στον τόπο μας.

Ο δεύτερος λόγος ήταν τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής. Η κατοχή του 38% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις δυνάμεις του Αττίλα κι η προκλητικότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο, σε συνδυασμό με την δεδηλωμένη πρόθεση των ΗΠΑ να τηρούν ίσες αποστάσεις μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας. Η ελληνική κοινωνία πείστηκε ότι - στα πλαίσια μιας γενικής κι αόριστης "δημοκρατικής" αντίληψης και αίσθησης "δικαίου", η ΕΟΚ θα αποτελούσε το χώρο επίλυσης αυτών των προβλημάτων - πολύ περισσότερο που η Τουρκία δεν θα γινόταν μέλος στο ορατό μέλλον.

Λάθος δεύτερο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προώθησε με όλα τα μέσα το απαράδεκτο κι αντιδημοκρατικό "σχέδιο Ανάν" για την "επίλυση" του Κυπριακού, ενώ οκτώ χρόνια μετά από την ένταξή της στην ΕΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει κατεχόμενη στο ίδιο ποσοστό. Η δε Τουρκία, αν και προσπαθεί να ενταχθεί στην ΕΕ, έχει ξεδιπλώσει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παράνομων διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας.

Ο τρίτος λόγος ήταν η οικονομική ανάπτυξη. Το άνοιγμα μιας τεράστιας αγοράς στα ελληνικά προϊόντα, που θα μας έκανε να "τρώμε με χρυσά κουτάλια". Παραδόξως, οι υπερασπιστές αυτής της άποψης, ήταν οι ίδιοι που έλεγαν με κακεντρέχεια "στην Ελλάδα δεν παράγουμε ούτε καρφίτσες". Παράγαμε ωστόσο φρούτα, κηπευτικά, αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, λειτουργούσε μια ελαφρά βιομηχανία κι η βιοτεχνία αναπτυσσόταν.

Λάθος τρίτο: Οι περιορισμοί που τέθηκαν από την "κοινή αγροτική πολιτική" (ΚΑΠ) σταδιακά συρρίκνωσαν τα αγροτικά στρώματα και διέρρηξαν συνακόλουθα μια καταναλωτική αλυσίδα που συντηρούσε και τους άλλους τομείς της παραγωγής και διέλυσε τοπικές οικονομίες. Τότε ξεπρόβαλε ως λύση η "τουριστική ανάπτυξη". Χρήματα βεβαίως δόθηκαν στη χώρα· όμως, πέρα από τη σπατάλη και το μεγάλο φαγοπότι που πυροδοτήθηκε, αυτό που κυρίως στηρίχθηκε ήταν ο τριτογενής τομέας (υπηρεσίες). Πολύ επικίνδυνη επιλογή, όπως αποδεικνύεται σήμερα. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να έχει μια συγκεκριμένη θέση στο παζλ της παγκοσμιοποίησης· κι αυτό, πέρα από τις Ελληνικές ανεπάρκειες, οφείλεται και στο ότι η ίδια η ΕΕ, δεν είχε - ούτε έχει - κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για τη θέση της Ευρώπης ως τέτοιας στο παγκόσμιο χάρτη.

Ο τέταρτος λόγος ήταν η απο-βαλκανιοποίηση της Ελλάδας. Απλά: δε θέλαμε ρε παιδί μου να μας λένε άλλο Βαλκάνιους! Θέλαμε να νοιώσουμε "Ευρωπαίοι", επιτέλους. Θέλαμε μια ρήξη με το "Οθωμανικό" παρελθόν μας. Θέλαμε να βυθίσουμε στη λήθη όλα τα συμφραζόμενα της έκφρασης "θα πάω ταξίδι στην Ευρώπη". Και θέλαμε βέβαια, να μας αναγνωρίσουν ως "ισότιμους", Γάλλοι, Γερμανοί και λοιποί "Ευρωπαίοι".

Λάθος τέταρτο: Η ταυτότητα ενός συστήματος, καθορίζεται - κυρίως - από το ίδιο το σύστημα και λειτουργεί σαν μηχανισμός αυτο-αναπαραγωγής του. Αν ένα άλλο σύστημα "Β" αποδώσει ταυτότητα σε ένα σύστημα "Α", και το "Α" το αποδεχθεί, τότε το "Α" έχει καταλύσει την αυτονομία του. Δηλαδή, δεν μπήκαμε στην ΕΟΚ ως Έλληνες, αλλά ως κάποιοι που αναζητούν ταυτότητα - και την απαιτούμε από τους "Ευρωπαίους".

Αυτά τα λάθη που έγιναν - και που συνεχίζουν να γίνονται - άνοιξαν το δρόμο για όσα βιώνουμε σήμερα. Κι αυτό γιατί, ένα στρεβλό σύστημα όπως η Ελλάδα, εναποθέτει την επιβίωσή του σε ένα επίσης στρεβλό σύστημα: την ΕΕ.

Καταρχήν, πολύ εύκολα η ΕΕ υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο μοντερνισμός. Κανείς δεν ξαφνιάστηκε από τη πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης - κι όμως θα έπρεπε. Αν θεωρήσουμε ότι η μνήμη των κοινωνικών συστημάτων αποτυπώνεται στις δομές τους, τότε η μνήμη της Ευρώπης (το Συμβούλιο της Ευρώπης), απορρίπτει τις αποφάσεις της τρόικα. Κι έχουμε μια καθαρή περίπτωση εσωτερικής αντίφασης στο μόρφωμα που αποκαλούμε "Ευρώπη".

Και δεν είναι βέβαια μόνον αυτό. Η συστηματική καταρράκωση κι απαξίωση του Συντάγματος μιας χώρας-μέλους της ΕΕ, οι απροκάλυπτες, πρωτοφανείς και θρασύτατες επεμβάσεις των "ηγετικών" δυνάμεων της ΕΕ στις ελληνικές εκλογές, πέρα από το νόημα που έχουν για την Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία, αποκαλύπτουν κάτι σημαντικότερο: δεν υπάρχει ορατός μηχανισμός ελέγχου που θα περιορίζει τις τυπικές ή και άτυπες δομές της ΕΕ, ως προς τη παρεμβατικότητά τους απέναντι σε κυρίαρχα κράτη. Με δυο λόγια, ο βασιλιάς είναι γυμνός. Αν η βασιλική φορεσιά της ΕΕ ήταν ο μοντερνισμός, τότε διαπιστώνεται εύκολα (και αναπόφευκτα) ότι η ΕΕ έχει απογυμνωθεί εντελώς.

Αυτό βεβαίως είναι το επιφαινόμενο σ' αυτή τη φάση, και δεν σημαίνει ότι μόνον τώρα παρατηρείται. Μπορούμε να θυμηθούμε την δημοκρατική εκλογή της Χαμάς ως κυβέρνησης του παλαιστινιακού λαού και την ωμή άρνηση της ΕΕ να την αναγνωρίσει (σαν να ήταν κάποια δικτατορία). Κανείς βέβαια τότε δεν ασχολήθηκε με το γεγονός, κι όμως, η ώρα μας, όπως αποδείχθηκε, πλησίαζε με ταχύτητα.

Μιλάω βέβαια για το διαβόητο "δημοκρατικό έλλειμμα". Για το γεγονός ότι οι άμεσα εκλεγμένοι εκπρόσωποι των πολιτών της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχουν ουσιαστικά διακοσμητικό ρόλο, ενώ δομές όπως τα συμβούλια υπουργών, τα συμβούλια κορυφής, αλλά και απλοί διορισμένοι υπάλληλοι, ασκούν απόλυτη εξουσία εν κρυπτώ. Μάλιστα κάποιοι, όπως ο Jean-Claude Juncker, δεν διστάζουν να ομολογήσουν δημοσίως, ότι στα κρυφά (μακριά δηλαδή από δημοσιότητα και δημοκρατικό έλεγχο), χαράζουν την πολιτική που επηρεάζει τη καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αλλά, κι αυτό περνά στα "ψιλά" των εφημερίδων. Όλοι - κι αυτό έχει εξαπλωθεί σε όλα τα κράτη-μέλη - βρίσκουν περίπου αυτονόητο ότι κάπως έτσι πρέπει να κυβερνάται η ΕΕ. Με δυο λόγια, ο πολίτης της ΕΕ πρέπει οπωσδήποτε να είναι ιδιώτης· ας κοιτά τη δουλειά του και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν κάποιοι "ειδικοί" (τρομάρα τους), που είναι ιδιαίτερα ευπαθείς στα κελεύσματα των "αγορών", των άτυπων δομών διοίκησης των "αγορών" (οίκοι αξιολόγησης) και φυσικά των τραπεζιτών.

Δεν πρέπει να δημιουργεί λοιπόν απορία η επέκταση των αυτονομιστικών τάσεων, σε Καταλονία, χώρα των Βάσκων, Σκοτία, Βέλγιο, Ιταλικό Βορρά. Αν και κάθε περίπτωση είναι σαφώς διαφορετική, η γενική εικόνα είναι αυτή της απουσίας ενός "ευρωπαϊκού οράματος". Με δυο λόγια, το περιλάλητο "κοινό μας σπίτι", αποδεικνύεται παράγκα. Δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι διαφορετικά όταν οι θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες, αυτές που κάνουν τη Ευρώπη μια Ένωση, έχουν από καιρό απαξιωθεί από τις ίδιες τις δομές της ΕΕ. Η ΕΕ πριόνισε το κλαδί στο οποίο καθόταν: η Ισλανδία δεν φαίνεται καθόλου να επιθυμεί την ένταξή της, η Δανία εφαρμόζει συνθήκες κατά βούληση (π.χ. Σένγκεν) ενώ το νοηματικό χάσμα μεταξύ δομών διακυβέρνησης της ΕΕ και Ευρωπαίων πολιτών συνεχώς διευρύνεται.

Ας ξαναδούμε λοιπόν τώρα το πρόβλημα και τα ζητούμενα της Ελλάδας. Ούτε η Δημοκρατία διασφαλίζεται, ούτε η οικονομική ανάπτυξη ή μια ευρωπαϊκής προέλευσης θέση στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι, ούτε η εδαφική ακεραιότητα. Αλλά, ούτε κι η ταυτότητα του "Ευρωπαίου πολίτη", που είναι είδος υπό εξαφάνιση πλέον. Και μάλιστα, η εμπειρία δείχνει ότι τα παραπάνω είναι δύσκολο να διασφαλισθούν εντός ΕΕ μια κι η τελευταία είτε δεν ασχολείται με τέτοια θέματα, είτε συστηματικά τα υπονομεύει.

Τι απομένει λοιπόν στην Ελλάδα και στις επιθυμίες της;
Δυστυχώς, τίθεται το ερώτημα: "γιατί η Ελλάδα να είναι μέλος της ΕΕ"; Προσωπικά, με αρκετή ομολογώ δυσαρέσκεια, δεν βρίσκω κάποιο επιχείρημα υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. Βεβαίως, ακούγονται επιχειρήματα όπως "θα οικοδομήσουμε την Ευρώπη των πολιτών", όπως "έξω από την ΕΕ θα μας φάνε οι λύκοι" (ή "οι Τούρκοι") κι άλλα ανάλογα, που όλα ωστόσο συγκλίνουν σε μια υπόθεση: ότι η ΕΕ έχει σαν θεμελιώδες πρόγραμμα τον εκμοντερνισμό. Όπως όμως είδαμε, αυτό όχι μόνο δεν συμβαίνει, αλλά αντίθετα καταπολεμάται μανιωδώς σαν βασικός εχθρός. Με δυο λόγια, ΕΕ και αστική δημοκρατία προχωρούν σε διαζύγιο.
Και, δεν με πείθει το επιχείρημα του "συσχετισμού δυνάμεων"· το πρόβλημα είναι θεσμικού χαρακτήρα. Δεν μπορεί να έχουμε "συντηρητικές" κυβερνήσεις και να ζοριζόμαστε και να προσευχόμαστε για "προοδευτικές" κυβερνήσεις για να αναπνεύσουμε. Πρέπει να υπάρχουν  όρια και ενιαία, δημοκρατική ευρωπαϊκή διακυβέρνηση.

Αντ' αυτών όμως ασχολούμαστε με "άξονες Παρισιού - Βερολίνου", τους "συμμάχους της Γερμανίας", τα "κράτη του Νότου", κι ό,τι άλλο κατεβάσει η φαντασία μας, πάντως άσχετο με την ουσία του θέματος. Κι εξάλλου, η ίδια η ΕΕ, δεν αναγνωρίζει καν την ύπαρξη του προβλήματος.

Κατά λογική συνέπεια: Ευρωπαϊκή Ένωση, τέλος.

Υ. Γ. Μακάρι να κάνω λάθος. Αν όμως δεν κάνω, τότε το "σχέδιο Β" πρέπει να συμπεριλάβει την προοπτική εξόδου από την ΕΕ - όχι μόνο από την Ευρωζώνη.

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2012

Σταύρος Λυγερός - Από την κλεπτοκρατία στη χρεοκοπία


Με αρκετή καθυστέρηση, διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Σταύρου Λυγερού. Ομολογώ καταρχήν ότι είναι το μοναδικό βιβλίο του συγγραφέα που έχω διαβάσει κι επίσης, το μοναδικό βιβλίο δημοσιογράφου που έχω ανοίξει εδώ και 5-6 χρόνια. Θεώρησα ότι έπρεπε να γράψω δυο λόγια σχετικά, μια και η ανάγνωσή του ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.

Το βιβλίο αναφέρεται (και) στην πορεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, από το 1974 μέχρι σήμερα, με μια επικέντρωση είναι η αλήθεια στα τελευταία χρόνια, που είναι πιο πυκνά σε εξελίξεις. Ο Σ. Λυγερός θεωρεί ότι μια πολυδαίδαλη διαδικασία αυτοαναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος, θνησιγενής ωστόσο, ενώ εκδήλωνε τις παθογένειές της από την αρχή, άρχισε να διαρρέει ανεξέλεγκτα τα αποτελέσματά της στην κοινωνία τα τελευταία 20 χρόνια.
Είναι αυτή ακριβώς η περίοδος που εγκαθίσταται σε μαζική κλίμακα το υπερ-καταναλωτικό μοντέλο, που βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τις διεργασίες που αναπαράγουν το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα: η κοινωνία δημιουργεί ανάγκες που δεν μπορεί να καλύψει πλέον, παρά μόνο με προσφυγή στην πολιτική εξουσία και μάλιστα σε άτυπες - πλην πανίσχυρες - διεργασίες της, που έχουν διττό στόχο: να αναπαράγουν το ίδιο αυτό μοντέλο και να αναγεννούν συνεχώς το πελατειακό κράτος που είναι η νεοελληνική εκδοχή του κράτους πρόνοιας.

Τα σημάδια είναι πολλά· βασικότερο ίσως ότι η διαφθορά όχι μόνον δεν διώκεται αλλά αντιθέτως επιβραβεύεται, όχι μόνο από την ίδια την κοινωνική αποδοχή της αλλά κι από το πολιτικό σύστημα: μια διεργασία που λειτουργεί αποδομώντας την ελληνική κοινωνία κι αρχίζει να παγιώνει τις προβληματικές σχέσεις της Ελλάδας με το εξωτερικό της περιβάλλον.

Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι ο Σταύρος Λυγερός δεν πέφτει στη παγίδα που μόλις έπεσα (και θα παραμείνω) ο ίδιος: αποφεύγει επιμελώς τον επιστημονικό λόγο, ενώ πολύ έντεχνα η οργανωμένη επιστημονική προσέγγιση είναι διάχυτη σε όλο το κείμενο. Δεν γνωρίζω ακριβώς το περιεχόμενο των σπουδών του, όμως απόηχοι του Weber, του Bourdieu ίσως και της Σχολής της Φρανκφούρτης "ακούγονται" στο κείμενο, χωρίς όμως να εκδηλώνονται ανοικτά σαν τέτοιοι· ο αναγνώστης - αν έχει γνώση των συγκεκριμένων σχολών σκέψης - μπορεί να κάνει τις συνδέσεις, αν όμως όχι, δεν νοιώθει καθόλου μειονεκτικά, μια κι ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να παρουσιάσει τις γνώσεις του αλλά μάλλον να περιγράψει τα γεγονότα πλαισιώνοντάς τα σε μια πορεία (κλεπτοκρατία) που το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο ως χρεοκοπία. Έτσι ο Λυγερός καταφέρνει να μη περιορίσει την εμβέλεια του βιβλίου του. Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο διατηρεί ακέραια την αξία του ως ερευνητική πηγή και μπορεί άνετα να συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε αξιοπρεπή επιστημονική βιβλιογραφική αναφορά.

Πολύ εντυπωσιακά, ο συγγραφέας δεν φείδεται χαρακτηρισμών για τους συγκεκριμένους φορείς της διαπλοκής. Χωρίς να αθωώνει την ελληνική κοινωνία, αποφεύγει τις γενικεύσεις  και δεν κρατά ίσες αποστάσεις από τους παράγοντες του δράματος: το πολιτικό σύστημα, ως ο θεσμικός εκπρόσωπος της κοινωνίας, θεωρείται ο κατ' εξοχήν υπεύθυνος για την ανεξέλεγκτη διάχυση του φαινομένου της κλεπτοκρατίας.

Το βιβλίο, δεν είναι μια παράθεση πολιτικών εξελίξεων. Πολύ περισσότερο, δεν είναι μια εξιστόρηση των γεγονότων. Είναι ένα κείμενο που απευθύνεται σε όσους έζησαν τα γεγονότα. Ο Λυγερός πχ δεν μπαίνει στον κόπο να περιγράψει το επεισόδιο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου που πυροδότησε τον Δεκέμβρη του 2008, ούτε στέκεται στο πως προέκυψαν "οι τρεις νεκροί της Marfin" κλπ. Αντίθετα, πλαισιώνει τα γεγονότα σε μια γενικότερη κοινωνική διεργασία που βρίσκεται σε εξέλιξη και αυξάνει συνεχώς την περιπλοκότητά της.
Παρακολουθεί και περιγράφει την πορεία προς την καταστροφή, μια πορεία που πλήττει πολύπλευρα την ελληνική κοινωνία καθώς και τα υποσυστήματά της, τα ΜΜΕ, το οικονομικό σύστημα, το εκπαιδευτικό, το κοινωνικό κράτος κοκ. Αναπλαισιώνει δηλαδή τις πρόσφατες εμπειρίες μας ως Ελλήνων, στήνοντας ένα μωσαϊκό όπου όλες οι ψηφίδες ταιριάζουν μεταξύ τους, υφαίνοντας ένα σάβανο για το διστακτικό βήμα του ελληνικού μοντερνισμού. Παρεμπιπτόντως, ούτε αυτή η λέξη (μοντερνισμός) υπάρχει οπουδήποτε στο κείμενο, αλλά την ίδια στιγμή είναι πανταχού παρούσα ως η αταλάντευτη θέση του συγγραφέα, ως το κριτήριό του βάσει του οποίου αξιολογεί το γίγνεσθαι.

Να εξηγήσω λίγο εδώ. Ο μοντερνισμός, ή "νεωτερικότητα" αν προτιμάτε, πέρασε ξυστά από την Ελλάδα, αλλά δεν την άγγιξε. Σε ό,τι αφορά τη δική μου αντίληψη, για να μπορέσει ο μοντερνισμός να ενσωματωθεί στις κοινωνικές διεργασίες, θα πρέπει να περνά συνεχώς ως είσοδος στις διεργασίες αυτές: πιο απλά, θα πρέπει να αποτελέσει μόνιμο λαϊκό αίτημα - δεν γίνεται να επιβληθεί κάτι τέτοιο σε καμιά κουλτούρα. Έτσι, παρότι η συνταγματική δημοκρατία στην Ελλάδα συμπληρώνει κάποιες δεκαετίες, ο μοντερνισμός παραμένει ανοικτό αίτημα. [Αυτή βέβαια είναι η φύση του μοντερνισμού, ένα αίτημα συνεχούς εξέλιξης ακόμα κι αυτού του ιδίου, πράγμα που οδηγεί κάποιους στη φιλολογία περί "μεταμοντερνισμού" αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα].
Η ουσία βρίσκεται σε κάτι που ο Λυγερός επισημαίνει καίρια: οι Έλληνες πολίτες δεν θεωρούν ότι με τη ψήφο τους μπορεί να βελτιωθεί η κοινωνία. Ακυρώνεται έτσι η λαϊκή κυριαρχία, αφήνοντας το δρόμο ανοικτό σε μεταλλαγμένες μορφές σύγχρονης φεουδαρχίας. Ο Λυγερός, πολύ εύστοχα, μιλά για "κόμματα - φυλές". Η πρώτη - κατά τη γνώμη μου - γνήσια επίθεση του μοντερνισμού στην Ελλάδα, με την έννοια ότι προβάλλει σαν πλατύ κοινωνικό αίτημα, σημειώνεται μόλις του 1981 (μια εποχή ελπίδων) και στη συνέχεια αναπηδά πισωγυρίζοντας σε δομές παγιωμένες από τις εποχές της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου.  Η δεύτερη προσπάθεια νομίζω, σημειώνεται αυτές τις μέρες (εκλογές Μαΐου - Ιουνίου 2012).

Ο Σταύρος Λυγερός, κρατά τις ιδέες του μοντερνισμού ως εργαλείο αξιολόγησης των φαινομένων. Ο στόχος του είναι φανερός και εκδηλώνεται χωρίς υποκριτικές συστολές στη κριτική του, αλλά και στις συγκεκριμένες προτάσεις του για την υπέρβαση της κρίσης, που είναι διάσπαρτες σε όλο το κείμενο του βιβλίου. Δεν παριστάνει τον ανεξάρτητο παρατηρητή (όπως είναι συχνά η υποκριτική συνήθεια σε επιστημονικά κείμενα), αλλά τον συμμέτοχο - ως πολίτης με άποψη - που συμπάσχει με τις εκδηλώσεις παθογένειας της ελληνικής κοινωνίας.
Δεν διστάζει να πάρει θέσεις που κάποιοι θα χαρακτήριζαν "κρατικιστικές", δείχνοντας προς τον κεϋνσιανισμό ή άλλες που θα μπορούσαν ανόητοι να χαρακτηρίσουν "ρατσιστικές" όταν απαξιώνει κάποιες ψευδο-επιστημονικές απόψεις περί πολυπολιτισμικότητας εν γένει και αδιακρίτως (η "πολυπολιτισμικότητα"). Με δυο λόγια, δεν προσπαθεί να είναι αρεστός σε καμία πλευρά απ' όλες αυτές που έφεραν την Ελληνική κοινωνία εδώ. Δεν κάνει δημόσιες σχέσεις, συσχετίζει τα γεγονότα και το κείμενό του μπορεί να σχετιστεί με αναγνώστες που αρνούνται τις ιδεολογικές παρωπίδες (άλλο ένα χαρακτηριστικό του γνήσιου μοντερνισμού).

Τέλος, το βιβλίο προχωρά εξετάζοντας το μετέωρο βήμα της Ευρώπης. Κι εδώ, το αίτημα παραμένει το ίδιο, η υπερίσχυση του μοντερνισμού. Παρακάμπτει κριτικά τις ρομαντικές απόψεις του Habermas (χωρίς να τον αναφέρει) και των φεντεραλιστών.
Και πάλι, εφευρίσκει έναν εύστοχο όρο - "το ευρωπαϊκό ιερατείο" - που παραπέμπει στο ζητούμενο: ο μοντερνισμός είναι απών κι έχει υποκατασταθεί από το - αναπόφευκτα - αυταρχικό μοντέλο των αγορών. Έτσι, παρότι το ζήτημα της Ελληνικής κρίσης διατηρεί τα ελληνικά του χαρακτηριστικά, η σύνδεση με το πρόβλημα της παραπαίουσας πορείας της ΕΕ γίνεται φανερή.

Κλείνοντας, και προς αποφυγή παρεξηγήσεων: το βιβλίο δεν μας αθωώνει ως Έλληνες - κάθε άλλο. Αλλά παρακάμπτει - με τη δέουσα δόση περιφρόνησης - τον προτεσταντικό πουριτανισμό που έχει μολύνει σαν πανούκλα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Δεν ασχολείται με την "τιμωρία και τον εξαγνισμό του αμαρτωλού" αλλά με τη διερεύνηση των διεργασιών που γεννούν την "αμαρτία". Σαν τέτοιο, είναι ένα πολύτιμο ανάγνωσμα και καθόλου, μα καθόλου κουραστικό.

Στη βιβλιοθήκη μου, μπήκε δίπλα στη "Γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα" του Κάτρη, μια κι έχω τη μανία να ταξινομώ τα βιβλία θεματικά. Το λέω για κομπλιμέντο - θεωρώ το βιβλίο του Κάτρη πολύτιμο εγχειρίδιο της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας επίσης.

Καλό διάβασμα!

ΥΓ: Σκέφτηκα να γράψω το κλισέ "ο Σταύρος Λυγερός σώζει την τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας". Θα ήταν όμως άδικο για το βιβλίο - κάνει πολύ περισσότερα απ' αυτό. Εξάλλου, η εν λόγω τιμή είναι πλέον στο καναβάτσο και χρειάζεται επειγόντως εντατική θεραπεία· απλώς ο Λυγερός (όπως κι ο Νίκος Ξυδάκης), λειτουργούν σαν αντιπαραδείγματα στο μοντέλο της διαπλοκής που έχει πνίξει αυτή τη χώρα.

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012

Το πλήρες ξεβράκωμα


Παρακολουθώ, ομολογώ με εντεινόμενη έκπληξη και κάποια ιλαρότητα, το τι γίνεται αυτές τις μέρες τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην ΕΕ.

Παρατηρώ κινήσεις πανικού, όπως αυτή της Ευρωζώνης που φαίνεται να καλεί τα κράτη-μέλη να ετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ξαφνικής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Συμβουλή που, αν τα κράτη-μέλη την πάρουν στα σοβαρά κι ενεργήσουν ανάλογα, δε θα χρειαστεί καμιά κίνηση εκ μέρους της Ελλάδας: η Ευρωζώνη θα διαλυθεί μόνη της. Η (ας πούμε «φυσική») τάση κάθε κρατικής οντότητας να αυτοπροστατευθεί, σε συνδυασμό με την μέχρι στιγμής απύθμενα βλακώδη και εξόχως αντιευρωπαϊκή Γερμανική στάση, θα εκδηλωθεί σαν κρατικός προστατευτισμός· ό,τι πρέπει για να πάει το «ευρωπαϊκό όνειρο» 35-40 χρόνια πίσω.

Βλέπω απίστευτα ξεκατινιάσματα, όπως αυτό του «πολύ» Ευάγγελου Βενιζέλου, να ρωτά τον επικεφαλής του SPD Ζ. Γκάμπριελ «πως του φάνηκε ο Τσίπρας». Σκεφθείτε αν ο Τσίπρας έκανε κάτι ανάλογο - αν δηλαδή ρωτούσε κάποιον ξένο ηγέτη τη γνώμη του τελευταίου για τον Σαμαρά πχ! Επαρχιωτισμός δηλαδή του αίσχιστου είδους, με τον Βενιζέλο να περιέρχεται ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σαν χρεοκοπημένος ζωέμπορος της δεκαετίας του '30. Η αμήχανη και διπλωματική απάντηση του Γκάμπριελ, δείχνει ότι αυτή η έλλειψη ποιότητας του Βενιζέλου δεν είναι μόνο στα δικά μας μάτια.

Παρακολουθώ συντονισμένες επιθέσεις απ' όλες τις πλευρές του συστήματος διακυβέρνησης του «ευρωπαϊκού οικοδομήματος»· βλέπω τους οχετούς του MEGA Channel να προβάλλουν ξανά και ξανά τις δηλώσεις του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ (aka Daniel Con Petit), ενός απερίγραπτου τύπου που ποτέ δεν κατάλαβα σε τι διαφέρει, είτε ως πολιτική σκέψη, είτε ως προσωπική πρακτική από τη Μαρία Δαμανάκη πχ· επαγγελματίες της «ευρωπαϊκής Αριστεράς», άεργοι κατά τα λοιπά.

Ακούω τον ...ΣΕΒ να καταγγέλλει τον Ευάγγελο Βενιζέλο ότι, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Ελλήνων βιομηχάνων, μείωσε το βασικό μισθό των Ελλήνων εργαζομένων κατά 22%(!!).

Θυμάμαι που, όταν ήμουν νεαρός μου διηγούνταν μια προεκλογική εκστρατεία της ΕΡΕ, με σύνθημα «αυτή η δραχμή είναι δική σου - μην αφήσεις τον Παπανδρέου να σου την πάρει»· αλλάξτε το «δραχμή» σε «ευρώ» και το «Παπανδρέου» σε «Τσίπρα» και δείτε πόσο εξελίχθηκε η επιχειρηματολογία κι η σκέψη της Ελληνικής Δεξιάς τα τελευταία 60 χρόνια.

Βλέπω το Σαμαρά να καλεί σε «πανστρατιά της φιλοευρωπαϊκής κεντροδεξιάς» και να μαζεύει στο μαγαζάκι του και την Ντόρα και την ακροδεξιά - όλα αυτά υποθέτω μπροστά στον κομμουνιστικό αντιευρωπαϊκό κίνδυνο.

Παρατηρώ Σαμαρά και Βενιζέλο, που μέχρι την 5η Μαΐου αναμασούσαν το θατσερικό «There is no alternative» (δεν υπάρχει εναλλακτική), να βρίσκουν σε 2-3 ώρες το ...φως τους - με την επιφοίτηση των εκλογικών αποτελεσμάτων βεβαίως - και να αυτοπροβάλλονται τώρα ως «υπεύθυνοι και αποφασισμένοι διαπραγματευτές», αυτοί οι ίδιοι που υπήρξαν πρόθυμοι σφουγγοκωλάριοι της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και του Γαλλογερμανικού άξονα, αυτοί οι αδίστακτοι - «ναι-σε-όλα» - νεκροθάφτες της Ελληνικής κοινωνίας.

Κι έτσι, ο Τσίπρας, ένας τύπος με περιορισμένες ρητορικές δυνατότητες, με εμφανή απειρία κι όχι ιδιαιτέρως ευφυής - και δεν έχω καμιά πρόθεση να τον υποτιμήσω - κατάφερε απρόσμενα να φέρει στα γόνατα όλο το οικοδόμημα που ξεκίνησε να χτίζεται με τη πτώση του τείχους του Βερολίνου· αποδεικνύοντας έτσι πόσο σάπιο κι ευπαθές ήταν όλο αυτό, και πόσο περίεργο είναι που οι λαοί της Ευρώπης το αντιμετώπιζαν με δέος. Και, ας μη γελιόμαστε, ήταν να μη γίνει η αρχή. Ο βασιλιάς ήταν γυμνός και φάνηκε αυτό σ' όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μέσα σε 15 μόλις ημέρες. Τώρα, θ' ακολουθήσουν κι άλλες χώρες, κι άλλοι λαοί.

Γιατί, δεν είναι ο Τσίπρας που έκανε ό,τι έκανε, αλλά η ψήφος των πολιτών κι η διαπίστωση όλων, ότι με το στόμα του μιλούν οι πολίτες μιας χώρας που δεν εννοούν να προσκυνήσουν ούτε στο Βερολίνο, ούτε στο Παρίσι, παρά μόνο στα παιδιά τους και τους φίλους τους. Και τέτοιοι πολίτες, υπάρχουν σ' όλη την Ευρώπη.

Βλέπω να διαδηλώνουν στη Γερμανία, με Ελληνικές σημαίες. Ο δρόμος φαίνεται μπροστά μας· από εμάς - και μόνον εμάς - εξαρτάται αν θα τον ακολουθήσουμε.