Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2014

Τμ. Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας - Έκθεση εξωτερικής αξιολόγησης

Πέρυσι, σχεδόν τέτοια εποχή, κάποια trolls ...εκ δεξιών, αποφάσισαν να μου επιτεθούν προσωπικά, γράφοντας διάφορες συκοφαντίες. Τέλος πάντων, σε αυτά έχω απαντήσει νομίζω επαρκώς.

Αλλά, μέσα στην καλή σπουδή τους να εξυπηρετήσουν τα (γνωστά) αφεντικά τους, η λάσπη πήρε και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, όπου εργάζομαι. Θεώρησαν ότι, για να σπιλωθώ αποτελεσματικότερα, έπρεπε να σπιλωθεί και μια ολόκληρη ακαδημαϊκή δομή.

Στο δεύτερο λοιπόν θέμα, δεν είχα απαντήσει μέχρι τώρα, γιατί περίμενα τη δημοσίευση της Έκθεσης Εξωτερικής Αξιολόγησης.
Η διαδικασία της Εξωτερικής Αξιολόγησης, με την οποία διαφωνώ για δεκάδες λόγους (πχ θες περίπου δυο εξάμηνα για να καταλάβεις πώς λειτουργεί μια τέτοια δομή), είναι μια από τις αγαπημένες καραμέλες των νεοφιλελεύθερων και των εραστών του μνημονίου, κατόρθωμα (και αυτό) της απερίγραπτης Άννας (Διαμαντοπούλου).

Κι αφού, οι «φίλοι», αγαπούν τόσο πολύ τις αμερικανιές και τις νεοφιλελεύθερες ιδέες, χωρίς άλλη καθυστέρηση παραθέτω αποσπάσματα από το κείμενο, με copy & paste (η έμφαση δική μου):

"...early signs are that the new curriculum is fulfilling the needs of both students and faculty and that the Department will be well positioned for future curricular evaluation and innovation.
The new curriculum is rational, clearly articulated, coherent, and functional, and it compares well with appropriate, universally accepted standards in Cultural Technology and Communication. Students are being prepared theoretically, technically, linguistically, and professionally to pursue careers in cultural technology and other fields. The multidisciplinarity of the Department and its programs is conducive to an extremely wide range of ever- expanding career opportunities. Students largely expressed an especially high appreciation for the new curricular flexibility as it allows them to tailor their studies to their career plans". (σελ. 8-9)

"Review of course syllabi, student projects with bibliography, examination scripts, and course work indicates adequate availability of course materials, in both electronic and hard copy formats. Department resources to implement the curriculum are sufficient, thanks in large part to the new revisions of the curriculum that enable the programme to continue despite the diminishing faculty lines. The Committee notes that many faculty teach well beyond the stipulated eight contact hour requirement. In sum, faculty resources are sufficient only because faculty accept and deliver significant teaching overloads, which remain uncompensated". (σελ. 9)

"Based on the student interviews, the Committee finds that the teaching in the Department is of high quality and up to date. Likewise, interviews with the faculty demonstrated an admirable enthusiasm and passion on the part of the teachers toward their content areas and their students. A commitment to deliver a sophisticated, relevant, contemporaneous curriculum was evident across all ranks".

"The Department has a steady stream of journal and conference publications (about ten journal papers and ten conference papers per academic year) and a steady stream of external funding (in excess of five million Euro since 2000)" (σελ. 15)

"The Department views the various administrative services provided to the faculty as satisfactory. At the moment, the Department has five administrative staff (one being the head of administration services) and three technical staff (who also provide teaching support to laboratory sessions). Most administrative procedures are processed electronically, although procedures remain complex due to constraints imposed by the law and the absence of locally adapted policies". (σελ 16)



"From its origin, the Department has proven itself a visionary in terms of creating and expanding a viable academic program that provides significant career opportunities for all graduates. Their recent revision of the undergraduate curriculum stands out as an exemplar of the vision of the Department moving toward even broader vistas". (σελ. 17)

"The Committee is fully aware of and sympathetic to the difficulties facing all Greek universities during this prolonged period of economic uncertainty and legislative instability. Such a context should neither, however, exonerate institutions and programs from their responsibility to engage in long-term and short-term planning, nor should it dishearten them from articulating future aspirations, especially as they sustain the hope that the currently extreme difficulties will eventually abate and reverse. Such planning therefore will assist all educators and administrators in managing the continuing or even possibly worsening difficulties and in positioning them to move forward in an aggressive manner when the situation finally improves. As the saying goes, "We plan for the worst but we hope the best."". (σελ. 18)

Συνοπτικά, το πλήρες κείμενο εδώ.

Αξιολογητές:

Panayiotis Zaphiris (Cyprus)
Rick M. Newton (USA)
Brendan Patrick Mullan (USA)
Fatma Güliz Erginsoy (Turkey)

Αυτάάάά....

Υ.Γ. : Πολλά Τμήματα Ελληνικών ΑΕΙ, υπέστησαν αρνητικές αξιολογήσεις από ανάλογες επιτροπές, και πολύ συχνά, άδικα. Αυτή εδώ, θεωρείται από τις άριστες. Ωστόσο επαναλαμβάνω: διαφωνώ με τη διαδικασία.

Υ.Γ.2 : Μέρες που είναι, με τα μηχανογραφικά δηλαδή, να κάνω και λίγο διαφήμιση :-)
Προτιμήστε μας παιδιά. Λένε πολύ συχνά ότι, οι φοιτητές στη Μυτιλήνη δυο φορές κλαίνε: όταν πρωτοέρχονται (αισθάνονται απομόνωση), κι όταν φεύγουν οριστικά ως απόφοιτοι (το λόγο για το δεύτερο, ρωτήστε τους ίδιους)...

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ κι ο Γκρούεζας





Την Κυριακή 18 Μαΐου 20014, στον πρώτο γύρο των Δημοτικών - Περιφερειακών Εκλογών, εκδηλώθηκε ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο, που υποτιμήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό το φαινόμενο θα προσπαθήσω να αναλύσω, εξηγώντας γιατί - κατά τη γνώμη μου - οι αυτοδιοικητικοί συνδυασμοί του ΣΥΡΙΖΑ δεν πήγαν όπως πολλοί ανέμεναν. Προφανώς, δεν είναι η μόνη αιτία, αλλά νομίζω ότι ίσως είναι η πιο σημαντική.

Δυο προκαταρκτικά λόγια


Η σύγχρονη συστημική θεωρία, ενσωματώνει την (βιολογικής προέλευσης) θεωρία της αυτοποίησης. Σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά συστήματα, αυτό σημαίνει ότι αυτά επιτελούν μια βασική λειτουργία: ανακατασκευάζουν συνεχώς τον εαυτό τους. Αυτός είναι ο αρχικός στόχος τους - κανένας άλλος, οι υπόλοιποι στόχοι έπονται. Δηλαδή, υπάρχουν για τον εαυτό τους - όχι για να «εξυπηρετούν κάποια κοινωνική λειτουργία» (όπως θεωρούσαν οι αρχικές συστημικές θεωρήσεις)· αυτό, ακολουθεί ως προσδιορισμός του συστήματος σε ένα γενικότερο πλαίσιο.

Αυτά τα συστήματα, αναπτύσσουν δική τους «γλώσσα» (με την ευρεία έννοια του όρου). Π.χ., το οικονομικό σύστημα μιλάει τη γλώσσα του «χρήματος» και κρίνει με βάση το «κέρδος/απώλειες»· το επιστημονικό σύστημα μιλά με τη γλώσσα «των θεωριών» και κρίνει με βάση το «ορθό/λάθος»· το πολιτικό σύστημα μιλά με τη γλώσσα «των προγραμμάτων» και κρίνει τη «δημοφιλία/μη-δημοφιλία», κ.ο.κ.

Έτσι (θεωρεί η συστημική θεωρία ότι) έχουν τα πράγματα. Τα συστήματα αυτά (κι όποια άλλα μπορεί να θεωρήσει κάποιος), λειτουργούν με βάση τις εσωτερικές τους διεργασίες, και κανένα δεν μπορεί να υποχρεώσει το άλλο να ενεργήσει όπως το πρώτο επιθυμεί. Το πολιτικό σύστημα π.χ. δεν μπορεί να υποχρεώσει με μια πολιτική απόφαση το χρηματοπιστωτικό σύστημα να πράξει έτσι ή αλλιώς - εκτός κι αν αναλάβει τη διοίκησή του, δηλαδή καταργώντας το.

Παρακάτω λοιπόν...


Πολλά συστήματα, εμφανίζονται αυθόρμητα - δηλαδή «αναδύονται» μέσα από την κοινωνική εξέλιξη.

(παρένθεση)
Το 2011 ή 2012, παρακολούθησα μια ομιλία του Ευκλείδη Τσακαλώτου. Σε κάποια αποστροφή είπε: «στην Ελλάδα, αντί να φτιάξουμε κράτος πρόνοιας όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, φτιάξαμε πελατειακό κράτος». Δεν το ανέλυσε άλλο, ίσως και να μη μπορούσε καθώς ο ίδιος είναι μαρξιστής και τα θεωρητικά εργαλεία του δεν βοηθάνε σ' αυτή την περίπτωση.
Θα το αναλύσω όμως εγώ, στη συνέχεια.
(τέλος παρένθεσης)

Στην Ελλάδα λοιπόν, έχει εμφανιστεί ένας ενδιαφέρων τύπος κοινωνικού συστήματος. Λειτουργεί με τη γλώσσα της «εξυπηρέτησης» και αποφασίζει στη βάση της διάκρισης «συμφέρει/δεν-συμφέρει». Οι ρίζες των κοινωνικών διεργασιών που προκάλεσαν αυτό το φαινόμενο, δεν μου είναι γνωστές. Άλλοι το τοποθετούν στην Οθωμανοκρατία, άλλοι στο Βυζάντιο και κάποιοι ήδη από την εποχή των πόλεων-κρατών. Πάντως, μου είναι αδιάφορο το «πότε» και το «πώς», ας ασχοληθεί κάποιος ιστορικός.
Αυτό το σύστημα, έχει επικρατήσει να το ονομάζουμε «ρουσφετολογικό» και δεν είναι σε καμιά περίπτωση ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο και συνοδεύει πάντα τις ιεραρχικά συγκροτημένες κοινωνίες. Η ελληνική πρωτοτυπία του, βρίσκεται αλλού.

Να εξηγήσω καταρχήν ότι όταν μιλάω για ρουσφετολογικό μηχανισμό, δεν μιλώ για κάποιον συγκεκριμένο, ούτε όμως για κάποιο πολιτικό κόμμα. Αναφέρομαι στο μοντέλο συστήματος που υιοθετούν όλοι οι κατά τόπους αντίστοιχοι μηχανισμοί. Οι ρουσφετολογικοί μηχανισμοί λοιπόν, είναι αυτοποιητικά συστήματα. Λειτουργούν καταρχήν για τον εαυτό τους και μόνον μετά - αφού διασφαλίσουν την επιβίωσή τους - για κάποιο άλλο σύστημα όπως τα κόμματα. Δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη «ιδεολογία» ή οποιαδήποτε προτίμηση. Είναι σαν αγέλες παμφάγων ζώα που καταναλώνουν ό,τι προσφέρεται από το περιβάλλον τους και προσαρμόζονται ανάλογα. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογα φαινόμενα είχαν εντοπιστεί και στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά και στις ΗΠΑ, στη Δανία, Γαλλία, Γερμανία και γενικώς, παντού.

Το ότι είναι αυτοποιητικά, μας λέει ότι, ακόμα κι αν ένα κόμμα (π.χ. το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ) πεθάνει, οι μηχανισμοί επιβιώνουν. Όπως ακριβώς οι ιοί στη Βιολογία, αναζητούν ξενιστή: ένα περιβάλλον που θα ευνοεί την ανάπτυξη, αυτο-αναπαραγωγή και αναπαραγωγή τους και με τον οποίο θα στήσουν ένα πλαίσιο υπεράσπισης αμοιβαίων συμφερόντων. Αναπαράγονται ως μοντέλο μέσα από την κουλτούρα, είναι συστατικά στοιχεία του ευρύτερου κοινωνικού συστήματος. Όλοι, σε κάποια στιγμή, απευθύνονται σε κάποιον «γνωστό» για να επιτευχθεί κάτι που, σε πολλές περιπτώσεις, είναι λογικό και προφανές· εκείνη τη στιγμή, το σύστημα αναπαράγει το μοντέλο του και συνεχίζει.

Προσοχή: τα αμοιβαία συμφέροντα, δεν είναι κοινά μεταξύ μηχανισμών και κόμματος. Κάθε αυτόνομο σύστημα, επιδιώκει τη δική του συνέχεια: οι μεν ρουσφετολογικοί μηχανισμοί να συνεχίσουν τις «εξυπηρετήσεις των μελών τους», τα δε κόμματα να διασφαλίζουν την κυβερνητική τους διάσταση. Πρόκειται για έναν «γάμο συμφερόντων», που δημιουργεί ένα τρίτο σύστημα: το πελατειακό κράτος.



(παρένθεση)
Στην πασίγνωστη ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο», εμφανίζονται δυο ιδεότυποι: ο εκπρόσωπος του μηχανισμού, ο Γκρούεζας (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) κι ο εκπρόσωπος του πολιτικού συστήματος, ο Μαυρογιαλούρος (Λάμπρος Κωνσταντάρας). Ο δεύτερος, εμφανίζεται να αγνοεί τη σχέση αλληλεξάρτησης που τον συνδέει με τον πρώτο. Ωστόσο, αυτός που καταστρέφεται από την άγνοια αυτή, δεν είναι ο ρουσφετολόγος, αλλά ο πολιτικός· ο δικός του θεσμικός ρόλος είναι αυτός που καταργείται στην πράξη, κι όχι αυτός του Γκρούεζα.
(τέλος παρένθεσης)

(παρένθεση)
Στις δημοτικές εκλογές του 1982, στο Κάτω Καλαμάκι (Δήμος Αλίμου), έφαγα ξύλο σε σημείο διάσεισης, από μια παρέα πέντε τραμπούκων που υποστήριζαν υποψήφιο δήμαρχο, ο οποίος υπήρξε διορισμένος από τη χούντα κοινοτάρχης της τότε «Κοινότητας Καλαμακίου». Οι άνθρωποι που με χτύπησαν, έκαναν απλώς την δουλειά τους. Δεν ήταν ούτε Νεοδημοκράτες, ούτε χουντικοί με οποιαδήποτε πολιτική έννοια. Πριν τη χούντα, κάποιοι απ' αυτούς ήταν τραμπούκοι της τότε «Ένωσης Κέντρου». Ήταν απλώς ένας μηχανισμός που δρούσε τοπικά κι επεδίωκε την επιβίωσή του. [για γέλια: μετά διέδωσαν ότι εγώ τους έδειρα· και τους πέντε!! Ούτε που τους άγγιξα βέβαια: αφού με βαράγαν τρεις και με κρατάγαν δυο :-)] Στη συνέχεια, απολύτως κατανοητά, πέρασαν στο ΠΑΣΟΚ.
(τέλος παρένθεσης)


Τι είναι η πατρίδα μας λοιπόν;


Εδώ λοιπόν είναι το ζουμί, δηλαδή η ελληνική ιδιαιτερότητα.
Οι μηχανισμοί αυτοί, επιβιώνουν και μεταλλάσσονται, ανεξάρτητα από πολιτικά κόμματα, εποχές ακόμα και ανθρώπους. Λειτουργούν με «εξυπηρετήσεις» που μπορεί να είναι πολυποίκιλες. Από το να βρουν μια δουλειά για το παιδί σου - κι αυτό σε όλο τον κόσμο περιλαμβάνει όχι μόνο τον Δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό τομέα  - μέχρι να «μου ρίξετε ένα τοιχάκι μπροστά από το σπίτι, για να μη μου παίρνει η βροχή την αυλή ρε φίλε».
Είναι προφανές καταρχήν ότι, για να μπορούν να λειτουργούν χρειάζονται πρόσβαση στην εξουσία. Η εξουσία αυτή μπορεί να κρατική ή τοπική, δημόσια ή ιδιωτική, αρκεί να είναι ένας «ορίζοντας πιθανών εξυπηρετήσεων», να μπορούν δηλαδή να τρέφουν το σύστημα. Μπορεί να είναι αριστεροί ή δεξιοί, φασιστικοί ή δημοκρατικοί μηχανισμοί, αρκεί να δίνουν πρόσβαση σε εξυπηρετήσεις.
Και βεβαίως, ένα οργανωμένο κράτος πρόνοιας είναι μια θανατηφόρα προοπτική για αυτούς τους μηχανισμούς. Το ίδιο είναι κι οι πολίτες που μπορούν να τα καταφέρουν με τις δυνάμεις τους.

(παρένθεση)
Το 1994 όπως έχω γράψει αλλού, προσλήφθηκα στον σταθμό Αιγαίου της ΕΡΑ. Λίγες μέρες μετά, επισκέφθηκα τοπικό βουλευτή για συνέντευξη - είχαμε μια κάποια «οικειότητα» στα πλαίσια όμως της επαγγελματικής μου δεοντολογίας. Όταν έμαθε ότι είμαι εκεί ως δημοσιογράφος της ΕΡΑ, εξεπλάγη δυσάρεστα κι έντονα, και μου είπε: «Ρε Θωμά, αμάν, άμα ήθελες να πας στη ΕΡΑ, γιατί δεν ήρθες από δω να μας το πεις; Αμέσως θα το κανονίζαμε - μα, χαζός είσαι;». Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε κι ο ιδιαίτερός του.
(τέλος παρένθεσης)

Αν λοιπόν, το κράτος κάνει αυτά που (θεωρούμε ότι) πρέπει να κάνει για τον πολίτη, οι μηχανισμοί αυτοί δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Είναι αδύνατον να αναπαράξουν τον εαυτό τους γιατί λειτουργούν διαμεσολαβητικά, δεν εκμεταλλεύονται δικούς πόρους. Αν δεν χρειάζεται μεσολάβηση ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία, δεν έχουν τρόπο να είναι απαραίτητοι κοινωνικά.

(παρένθεση)
Την Κυριακή 18 Μαΐου, στις τοπικές εκλογές στη Λέσβο, επικράτησαν δυο υποψήφιοι: ο Φωτής Ξύδας, που ενσωμάτωσε τον μηχανισμό του Νίκου Σηφουνάκη (ΠΑΣΟΚ) αλλά και του υπουργού (Αθανασίου). Κι ο Σπύρος Γαληνός (ΑΝΕΛ) που εμφανίστηκε ως ανεξάρτητος, ωστε να μπορέσει να ενσωματώσει άλλους μηχανισμούς που πριν λαθροβίωναν στη ΝΔ αλλά και στο ΠΑΣΟΚ επίσης. Έγινε δηλαδή μια μάχη μηχανισμών, μια ευκαιριακή συμμαχία όμοιων ρουσφετολογικών συστημάτων, που μπροστά στην προοπτική απομάκρυνσης από την κρατική εξουσία, συσπειρώθηκαν σε δυο πολιτικά συστήματα, ώστε να διασφαλίσουν τον επόμενο ξενιστή.
Έχω λόγους να γενικεύσω, υποθέτοντας ότι παρόμοια φαινόμενα εκδηλώθηκαν σε όλη τη χώρα, κυρίως με τους «ανεξάρτητους» υποψηφίους.
(τέλος παρένθεσης)

Τι έγινε λοιπόν στις 18 Μαΐου; Απλώς, οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ ξεδίπλωσαν έναν πολιτικό, αυτοδιοικητικό λόγο, απέναντι σε μηχανισμούς που κανένα ενδιαφέρον δεν είχαν ν' ακούσουν τέτοια πράγματα. Και ηττήθηκαν. Γιατί, οι μηχανισμοί αυτοί, ελέγχουν ψήφους (τα «κουκιά»), υπόσχονται απίστευτες εξυπηρετήσεις σε μια κοινωνία που γνωρίζει ότι δεν γίνεται αλλιώς.

 (όποιος πίστεψε οποτεδήποτε ότι το ελληνικό κράτος θα του διασφαλίσει περίθαλψη, εργασία, στέγη, μόρφωση, μια αξιοπρεπή διαβίωση, να σηκώσει το χέρι του παρακαλώ. Κανείς; Συνεχίζω λοιπόν...)

Έτσι λοιπόν, οι συνδυασμοί του ΣΥΡΙΖΑ, υπέστησαν «ήττα» - τουλάχιστον για όσους θεώρησαν ότι μπορούσαν να νικήσουν αυτές τις δομές, έτσι απλά.


Ναι, αλλά, γιατί στην Αθήνα δεν έγινε το ίδιο;

Διότι, στην Αθήνα η κρίση έχει χτυπήσει πολύ δυνατά σε σύγκριση με την επαρχία. Οι ρουσφετολογικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να κάνουν εξυπηρετήσεις γιατί απλώς στο χάος της Αττικής, οι πόροι εξαφανίζονται.Τα καταστήματα κλείνουν. Υπάρχουν άστεγοι. Μια σύγχρονη αστεακή οικονομία, είναι μια οικονομία ανοικτή και κατά συνέπεια ιδιαίτερα ευπαθής. Δεν μπόρεσαν δηλαδή οι «ιοί» να επιβιώσουν στην Α' Αθηνών σε συνθήκες στέρησης πόρων.

Και τι να κάνουμε, να γίνουμε ΠΑΣΟΚ;

Μέχρις εδώ, περιέγραψα ό,τι βλέπω με τα θεωρητικά μου γυαλιά. Δεν επεχείρησα να προτείνω κάτι, ούτε και να αξιολογήσω αν αυτά που βλέπω είναι «καλά» ή «κακά». Γενικά η ιδεολογική ανάλυση είναι πολύ κακό εργαλείο γιατί παραμορφώνει την εμπειρία - και προσπάθησα να το αποφύγω.

Το τελικό μου συμπέρασμα: υπάρχει μια κοινωνία που αναπαράγει το μοντέλο των ρουσφετολογικών συστημάτων, επειδή δεν υπάρχει ένα κράτος πρόνοιας να παρέχει τα προφανή (σύμφωνα με το νεωτερικό μοντέλο). Και δεν μπορεί να υπάρξει κράτος πρόνοιας, γιατί το πελατειακό κράτος εκφράζεται μέσα από την ίδια την κοινωνία που επιδιώκει τη συνεχή αναπαραγωγή του ίδιου αυτού μοντέλου, γιατί απλώς, έτσι έχει μάθει εμπειρικά ότι μπορεί να επιβιώσει.

Πρόκειται για ένα κλειστό, κυκλικό αναπαραγόμενο σύστημα, που διαρθρώνεται από μικρότερα συστήματα (τα τοπικά ρουσφετολογικά συστήματα, που μπορεί να συναντάμε και σε χώρους εργασίας ή και υπουργεία). Δηλαδή, για ένα σύστημα αυτοποιητικό.

(στο σημείο αυτό απεκδύομαι το κουστούμι του κοινωνιολόγου)

Έχουμε λοιπόν έναν φαύλο κύκλο που πρέπει να σπάσει κι έχει βαθιές κοινωνικές ρίζες. Μια λύση για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι η ΠΑΣΟΚοποίησή του: να ενσωματώσει εκπροσώπους των μηχανισμών αυτών και άρα να βάλει τους μηχανισμούς να δουλέψουν προεκλογικά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, είναι μια σχέση αμοιβαιότητας αυτή, οπότε απορρίπτεται η ιδέα και είμαστε πάλι στην αρχή.

Όμως, η παραπάνω ανάλυση, κάνει τη λύση προφανή: πρέπει, κάποια στιγμή, να υπάρξει κράτος πρόνοιας σε τούτη τη χώρα. Και, όπως είδαμε, ουδέποτε υπήρξε κάτι τέτοιο, κι η κρίση είναι άσχετη με την απουσία του από την Ελλάδα τουλάχιστον.

Η προσπάθεια να δημιουργηθεί τέτοιο κράτος, θα συναντήσει λυσσαλέες αντιδράσεις γιατί θα οδηγήσει σε θάνατο από πείνα πολλά (χιλιάδες) αλληλοδιαπλεκόμενα συστήματα που λειτουργούν παντού στην κοινωνία μας. Και αυτά τα συστήματα θα δώσουν μάχη επιβίωσης στηριγμένα στο ισχυρότερο όπλο που υπάρχει, δηλαδή στην κουλτούρα που κάνει την Ελλάδα, Ελλάδα.

Αντίπαλοι θα είναι οι πάντες:


  • Όσοι από το «παλαιό πολιτικό σύστημα», έχουν μάθει να λειτουργούν ρουσφετολογικά. 
  • Οι γραφειοκρατικοί κρατικοί μηχανισμοί που έχουν προσαρμοστεί έτσι ώστε να διεκπεραιώνουν «εξυπηρετήσεις». 
  • Οι «φιλελεύθεροι» που επίσης θεωρούν το κράτος πρόνοιας αντίπαλό τους και προτείνουν ν' αναλάβουν οι ίδιοι (με το αζημίωτο) τις λειτουργίες του. 
  • Όσα από τα μέλη και στελέχη του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζουν να μοιράζουν σταυρωμένα ψηφοδέλτια, αναπαράγοντας κι αυτά το μοντέλο της εξυπηρέτησης (ακόμα κι αν δεν το εννοούν κάποιοι έτσι, αυτό αντιλαμβάνεται ο καθημερινός πολίτης και μπαίνει σε αναμονή για «εξυπηρέτηση»).
  • Μέχρι κι ο γείτονας που δεν καταλαβαίνει γιατί «τώρα που είστε στα πράγματα δε μου ρίχνεις εκείνο το τσιμεντάκι πίσω από την αυλή». Αλλά, το τσιμεντάκι θα πρέπει να πέφτει, ανεξαρτήτως γειτνίασης και γνωριμίας.


Είναι πολύ δύσκολο, είναι σαν να μιλάς ελληνικά σε αρειανούς. Αλλά, αν υπάρχει ελπίδα, θεωρώ ότι βρίσκεται εκεί.

Και μη με ρωτήσετε «πού θα τα βρείτε τα λεφτά για το κάνετε αυτό». Εκεί ακριβώς απ' όπου τα βρίσκει το ρουσφετολογικό μοντέλο για ν' αναπαράγει τον εαυτό του, εκεί!

Υ.Γ. Συγγνώμη για την πολυλογία...

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2014

Για τον σκουπιδοντενεκέ (ρε γαμώτο);

Ρε έχει πλάκα ο ΣΥΡΙΖΑ.

- Τριπλασιάζει τα ποσοστά του σε σχέση με τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές.
Αλλά μερικοί γκρινιάζουν, γιατί τώρα κατάλαβαν ποια κριτήρια επικρατούν στις τοπικές εκλογές. Φαντάστηκαν μάλλον ότι, τα υψηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδότησαν κάποια «κοινωνική αλλαγή», που έφερε (υποτίθεται) τα χρόνια προτάγματα της Αριστεράς να γίνουν αιτήματα της κοινωνίας. Εννοώ, αυτής της κοινωνίας,που είναι όπως είναι, κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Και δεν υπάρχει πιστότερος καθρέφτης του πώς είναι η κοινωνία μας, από τα κριτήρια που επικρατούν στις τοπικές εκλογές.

(Όποιος δεν έχει δει δημοτικό σκουπιδοντενεκέ να μετακομίζει καθημερινά από την πόρτα του ενός σπιτιού στην πόρτα του διπλανού και πάλι πίσω, μάλλον ζει στη Ζυρίχη).

Εξάλλου, αν ήταν η κοινωνία όπως θα θέλαμε να είναι, δεν θα υφίστατο η ανάγκη της Αριστεράς. Αλλά μάλλον, δεν μας κόβει ούτε τόσο.

Άρα, η κοινωνία είναι όπως είναι, κι όσο νωρίτερα το καταλάβουν κάποιοι, τόσο ταχύτερα θα γίνουν αποτελεσματικότεροι. Και είμαστε ήδη εξόφθαλμα αποτελεσματικοί.

Γιατί, τελικά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγαγε μια σημαντικότατη νίκη. Εξ ου κι οι μαυρισμένες φάτσες των ΝΔΠΑΣΟΚων σήμερα. Ξέρουν ήδη, αυτό που εμείς δεν έχουμε δει καν. Κι αυτό δεν αφορά τη «νίκη της Δούρου», προσωπικά δεν με συγκινεί καθόλου η νίκη κάποιου που είναι επώνυμος και με υψηλή αναγνωρισιμότητα.

Αυτό που βλέπουν - κι εμείς όχι - είναι το εξής:

- Άμα είσαι νέος, άγνωστος, «δε σε ξέρει ούτε η μάνα σου».
- Δε φοράς κοστούμια, δε λες μεγάλες κουβέντες.
- Κατεβαίνεις στο κέντρο της Αθήνας, και λες «οι μετανάστες δεν είναι ο εχθρός».
- Εμφανίζεσαι στην παραδοσιακά συντηρητική Α' Αθηνών και τους σερβίρεις ωμά «να γίνει τζαμί εδώ».
- Σαρκάζεις ακόμα και τον εαυτό σου στα social media και δεν παριστάνεις τον σοβαροφανή «ήρθα-να-σας-σώσω-γιατί-είμαι-ο-Μεσσίας», «εγώ-έχω-άκρες-και-μέσα».

Αν, μετά από όλα αυτά, καταφέρνεις να περάσεις στο β' γύρο των δημοτικών εκλογών σ' αυτή την περιφέρεια, τότε:

- Έχεις περάσει το μήνυμα της Αριστεράς, με έναν τρόπο αποτελεσματικό.
- Έχεις δώσει πρόσωπο σε μια σύγχρονη Αριστερά, με την οποία ο Αθηναίος μπορεί να ταυτιστεί.
- Έχεις δείξει τον δρόμο για το τι πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα.

Ο αγώνας της Αριστεράς, κυρίως στην Ελλάδα, είναι μαραθώνιος δρόμος. Κι ο Σακελλαρίδης αποτέλεσε την πολύ μεγάλη νίκη κατά τη γνώμη μου - τεράστια νίκη. Να το καταλάβουμε - η ΝΔΠΑΣΟΚ το κατάλαβε, βλέπεις είναι εμπειρότερη από το 4%.

Ανασκουμπωθείτε άμεσα για τις Ευρωεκλογές.

Να τους τσακίσουμε πολιτικά και ηθικά, να καταλάβουν ότι η Αριστερά ήρθε για να μείνει - γιατί πρώτη φορά επιστρέφει ως μεγάλη κοινωνική δύναμη, μετά από ακριβώς 65 χρόνια!

Τετάρτη, Μαΐου 07, 2014

Η ταχεία για την Κρήτη

Που λες, εκεί γύρω στο 1982-83, ήρθε στο ΠΑΣΟΚ στη Λάρισα μια ντιρεκτίβα από το Εκτελεστικό Γραφείο, που έλεγε ότι πρέπει σε ένα χρόνο, να φτάσουμε τις 200,000 μέλη. Άμα λογαριάσεις ότι το 1981 ήμασταν κάπου 60,000-70,000 καταλαβαίνεις τι επακολούθησε... Φωνάξαμε, γκρινιάξαμε, αλλά μας έριξαν ένα ψευδο-επιστημονικό, ότι (για άγνωστους λόγους) πρέπει να υπάρχει μια αναλογία 1 μέλος ανά 8 ψηφοφόρους. Και, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν συζητήσιμο. Τέρμα!
Οπότε, οι οργανώσεις «άνοιξαν στην κοινωνία». Όποιος ήθελε θέση στο Δημόσιο, έβαζε τα καλά του, κουβάλαγε και τα παιδιά του κι εμφανιζόταν στην είσοδο κάποιων τοπικών γραφείων (ναι, είδα άνθρωπο μεσήλικα, με τις δυο κόρες του να χαμογελούν χαζά στον Άλιμο - ο μπαμπάς είπε «ήρθαμε να γραφτούμε»).

Εμείς βέβαια ήμασταν οργάνωση σπουδάζουσας - «κλαδική σπουδάζουσας Νεολαίας ΠΑΣΟΚ». Τότε ΠΑΣΠ δεν υπήρχε ουσιαστικά, αλλά ούτε καν «Νεολαία ΠΑΣΟΚ». Το ΠΑΣΟΚ δεν θεωρούσε τη νεολαία ξεχωριστό κομμάτι του «Κινήματος». Και δεν ήταν «νεολαία του ΠΑΣΟΚ», αλλά «νεολαία ΠΑΣΟΚ» (σε στυλ, το ΠΑΣΟΚ είναι τρόπος σκέψης, οπότε υπήρχε «νεολαία ΠΑΣΟΚ», «πρόγραμμα ΠΑΣΟΚ», «οργανώσεις ΠΑΣΟΚ» κ.ο.κ.). Τέλος πάντων.
Ως οργάνωση σπουδάζουσας, ήμασταν προσεκτικοί σε σχέση με ποιον δεχόμασταν. Όπως και σ' όλο το ΠΑΣΟΚ, η αίτηση μέλους έπρεπε να υπογραφεί από δυο παλαιά μέλη., να εγκριθεί από την οργάνωση κλπ.

Έρχεται λοιπόν ένας τύπος να οργανωθεί, ένας κάπως μυστήριος. Σωματότυπος κάτι μεταξύ γορίλα και λουκουμά, αλλά με βασικό χαρακτηριστικό το κάπως απλανές βλέμμα. Τον λέγανε ας πούμε, ...Λυσίμαχο. Στην αίτηση μέλους, έπρεπε να συμπληρώσεις κι ένα πεδίο «Σωματεία & Σύλλογοι που ανήκω»· για να ξέρουμε πού είχαμε ποιον στον ευρύτερο συνδικαλιστικό χώρο, καταλαβαίνεις. Τυπικά εκεί, βάζαμε «Φοιτητικός Σύλλογος Σχολής Τάδε». Ο Λυσίμαχος έγραψε «ΣΑΦΟΠ» με κάτι γράμματα ορνιθοσκαλίσματα.

Ήμουνα γραμματέας της οργάνωσης και μόλις παρέλαβα την αίτηση, το μάτι μου έπεσε στο «ΣΑΦΟΠ». Δεν έβγαζα συμπέρασμα τι να σημαίνει.

- «Τι σημαίνει ΣΑΦΟΠ σύντροφε»;
- «Σύλλογος Αθηναίων Φιλάθλων Ολυμπιακού Πειραιώς» μου λέει, και φουσκώνει σα διάνος από περηφάνεια.

Έπαθα ένα σοκ, κι όχι επειδή ο ίδιος είμαι ΑΕΚ. Τέλος πάντων, το ξεπέρασα, είπανε κι οι άλλοι, «έλα ρε μαλάκα, καλό παιδί είναι, θα τον στρώσουμε, θα μάθει», εντάξει.
Βέβαια, καταλάβαινες ότι κάτι δεν πάει καλά με τούτον. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε «καθυστερημένος», αλλά ούτε και «φυσιολογικός». Ήταν κάπως βρε παιδί μου, να αίφνης, δεν θα του εμπιστευόσουν κάτι που ήθελε σκέψη γιατί θα τα ΄κανε θάλασσα. Κι από πάνω, γυναίκα δεν τονε πλησίαζε και τόφερε κι αυτό βαρέως. Γυάλιζε λίγο το μάτι του, κι όταν το θέμα έφτανε σε κάτι που χρειαζόταν την ελάχιστη σκέψη, έπεφτε σε κατατονία - τέτοιο μυστήριο πράγμα. Γελούσε κάπως μηχανικά και γκαρίζοντας και ποτέ δεν φαινόταν σκεφτικός. Πάει καλά...

Τώρα, εκείνη την εποχή, εγώ τα καλοκαίρια πήγαινα 2-3 μήνες στην Πάρο (στη Νάουσα - ναι :Ρ). Ε, πέρασε το καλοκαίρι, γυρίσαμε στη Λάρισα. Κατεβαίνω στη σχολή λοιπόν να δω τι γίνεται, και πέφτω πάνω στο Λυσίμαχο. Μ' αρπάζει βίαια απ' το χέρι (το συνήθιζε αυτό) και γκαρίζει:

- «Χοχοχο, τι κάνεις ρε σύντροφεεεεε»;
- «Καλά είμαι Λυσίμαχε» (άσε το χέρι μου γαμώτο, πονάω!).
- «Πουουου πήγες το καλοκαίρι»;
- «Στην Πάρο» (και δε θα σου πω για τουρίστριες γιατί δεν είμαι γαϊδούρι).
-«Ααααααα! Και πώώώώς πήγες στην Πάάάάροοο»;

Τώρα, εκείνη την εποχή, η ερώτηση ήταν εντελώς ηλίθια. Εκτός κι αν το χρήμα έτρεχε απ' τα μπατζάκια σου, έπαιρνες το πλοίο και ήσουνα Πάρο σε έξι, εξίμιση ώρες. Οπότε,γυάλισε το μάτι μου (ναι, πάντα ήμουν λίγο τρολ - λίγο).

- «Με το τραίνο» του απαντάω.
- «Πάει τραίνο στην Πάρο»; με ρωτάει καχύποπτα.
- «Καλά του λέω, δεν έχεις ακούσει τον σύντροφο τον Τσοχατζόπουλο που είπε ότι όλη η Ελλάδα είναι ένα απέραντο εργοτάξιο»;
- «Ναι» λέει ο έρμος.
- «Ε, αυτό εννοεί ρε Λυσίμαχε! Αφού γίνεται γραμμή από Πειραιά μέχρι Κρήτη. Προς το παρόν φτάνει μόνο μέχρι τις Κυκλάδες, αλλά του χρόνου θα συνδεθούν και τα Χανιά».

Περιμένω να βάλει τα γέλια - δεν γελάει καθόλου όμως.

- «Τι λες ρε σύντροφε, πωπω δεν είχα ιδέα»!
- «Ε αμάν ρε Λυσίμαχε, πού ζεις κι εσύ»!

Συνεχίζω να περιμένω να γελάσει, αλλά τίποτα. Μάλλον δεν του αρέσουν τ' αστεία μου. No problemo, πα να πιω καφέ.
Στρώνομαι στο κυλικείο, και πάνω που πίνω τον πρώτο καφέ μου, σκάει μύτη ένα Κνίτης κατακόκκινος απ' τα νεύρα - άμα τον έπιανες απ' τη μύτη θα 'σκαγε.

- «Ρε μαλάκες, θα τονε μαζέψετε το βλήμα τον δικό σας, τον Λυσίμαχο»; μου λέει.

Μπράβο ρε Λυσίμαχε σκέφτηκα, τον κούρντισες τον Κνίτη  - και δε σου φαινότανε παλικάρι μου.

- «Γιατί ρε, σας ζόρισε κι ο Λυσίμαχος»; λέω του Κνίτη ειρωνικά.
- «Τι να μας ζορίσει ρε μαλάκα, μάζεψέ τον λέμε. Ήρθε στο τραπεζάκι μας κι έκανε φασαρία, ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κάνει τραίνο για την Κρήτη, και το ΚΚΕ δεν το αναγνωρίζει, και ντροπή μας και τέτοια. Τελείως μαλάκες είστε όλοι ρε εκεί μέσα»;

Παράτησα τον καφέ, κι έτρεχα να μαζέψω τον Λυσίμαχο όπως καταλαβαίνετε...

Μετά κανά δυο χρονάκια, αποχαιρέτησα το ΠΑΣΟΚ γιατί δεν το άντεχα άλλο. Ο Λυσίμαχος όμως έμεινε.
Σχετικά πρόσφατα έμαθα ότι ακόμα εκεί είναι· κάπου στο Δημόσιο δουλεύει. Ναι.
Ελπίζω να μην τονε δω στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αν τον δω, υπάρχει και το θέμα του αυτοκινητόδρομου για Νέα Υόρκη που θα χρειαστεί να συζητήσουμε.

Υ.Γ. Η ιστορία είναι απολύτως πραγματική και ακριβής. Ελπίζω, να μην την ξαναζήσω ΣΥΡΙΖΑ.

Σάββατο, Απριλίου 19, 2014

Προσοχή, η τίγρης δαγκώνει!

Να εξηγήσω καταρχήν τις πολιτικές μου θέσεις μου:

  1. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να συνεχίζει να παραμένει στην Ευρωζώνη  (€Ζ), την ώρα που η τελευταία ακολουθεί μια εκλεκτική μέθοδο απομείωσης της εθνικής κυριαρχίας (μείωση στο Νότο, ενίσχυση στο Βορρά).
  2. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να ασκήσει δική της νομισματική πολιτική, με εθνικά χαρακτηριστικά, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ή - αν κριθεί από τους Έλληνες πολίτες απαραίτητο - κι εκτός αυτής.
  3. Η Ελλάδα, έχει κάθε δυνατότητα να απευθυνθεί στο δίκτυο της παγκοσμιοποίησης, διεκδικώντας συγκεκριμένη θέση (i. είναι κόμβος μεταφοράς αγαθών, ii. είναι παγκόσμιος τουριστικός προορισμός και δυνητικά, iii. κόμβος μεταφοράς ενέργειας). Εμπίπτει δηλαδή σε 2 ή 3 από τις 5 κατηγορίες που η διεθνής επιστημονική κοινότητα εντοπίζει ως «κόμβους της παγκοσμιοποίησης» (οι άλλοι 2 είναι διεθνή ερευνητικά κέντρα και διεθνή νομικά/τραπεζικά κέντρα).
Η προσέγγιση που θα ακολουθήσω ωστόσο, δεν έχει καμιά σχέση με τις πολιτικές μου θέσεις. Δηλαδή, άσχετα από τι θεωρώ ότι πρέπει να γίνει (και μπορεί κάλλιστα να κάνω λάθος), θα προσπαθήσω να εξετάσω το πώς έχουν τα πράγματα (κι όχι το πού θέλω να οδηγηθούν).
  1. Εκτιμώ ότι η Ευρωζώνη (€Ζ) οδηγείται σε διάλυση και μάλιστα σχετικά σύντομα, εκτός κι αν υπάρξουν δραματικές αλλαγές μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
  2. Εκτιμώ επίσης ότι, η Ελλάδα δεν έχει τρόπο να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις στην ΕΕ, άσχετα με το ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Πιστεύω δηλαδή ότι οι δυνάμεις που προωθούν την νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της ΕΕ, έχουν ήδη οργανωθεί σε σύστημα και έχουν μειώσει όσο μπορούν το ρίσκο μιας αποτυχίας της προσπάθειάς τους.
  3. Εκτιμώ τέλος, ότι το σύστημα αυτό θα αποτύχει (γι' αυτό και η εκτίμηση 1), για λόγους που δεν θα αναλύσω εδώ σε βάθος, και λόγω της έκτασης που θα είχε μια τέτοια ανάλυση, και λόγω χρόνου (μου).
Αλλά, κι αυτές οι εκτιμήσεις μπορεί να λανθασμένες - δεν διαθέτω δυστυχώς κρυστάλλινη σφαίρα. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι και κανείς άλλος - τουλάχιστον σ' αυτό το σύμπαν - δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Το όνομα του παιχνιδιού είναι «αβεβαιότητα»· και δεν είναι καινούργιο.

Τι κάνουν λοιπόν τα συστήματα μπροστά στο τέρας της αβεβαιότητας; Προφανώς, προσπαθούν να την μειώσουν. Κι επειδή τα ξόρκια δεν πιάνουν - τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε από τον Διαφωτισμό και πέρα - κάνουν κάτι πρακτικότερο: δημιουργούν υποσυστήματα στα οποία αναθέτουν επιλεκτικά την αντιμετώπιση κατηγοριών προβλημάτων. Σε άλλες εποχές μπορεί να έκαναν λιτανείες - αλλά όχι πια. Ωστόσο και σ' εκείνες τις εποχές, πέρα από την προσευχή, έπαιρναν και πιο πρακτικά μέτρα όπως γνωρίζουμε.

Να δώσω ένα παράδειγμα: το Ελληνικό κράτος, αντιμέτωπο με το πρόβλημα της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης, δημιούργησε μια σειρά από αντίστοιχα υποσυστήματα. Π.χ. σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό του (υπο)σύστημα, δημιούργησε την Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) στο Υπουργείο Παιδείας, για το οικονομικό σύστημα την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) στο Υπουργείο Οικονομικών, για το αμυντικό σύστημα, αντίστοιχη υπηρεσία στο Υπουργείο Άμυνας κλπ.

Αναγνώρισε δηλαδή το πρόβλημα (την ανάγκη ενσωμάτωσης της νέας τεχνολογίας), κι έστησε  υποσυστήματα για το αντιμετωπίσει. Είναι εδώ πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί κάτι πρέπει να είναι προφανές: το Ελληνικό κράτος, εκτίμησε ότι δεν είχε περιθώρια να αγνοήσει τις τεχνολογικές προκλήσεις. Και μάλιστα επέλεξε να ενσωματώσει τη νέα τεχνολογία με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με πρόβλημα (παιδεία, οικονομία, άμυνα, υγεία κλπ.).

Τα υποσυστήματα είναι λύσεις σε προβλήματα που το σύστημα θεωρεί ότι το αφορούν. Για παράδειγμα, το Ελληνικό κράτος δεν διαθέτει υποσύστημα για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής καταστροφής του Αμαζονίου· θεωρεί ότι δεν το αφορά το πρόβλημα. Δηλαδή, τα συστήματα κάνουν οικονομία· αντιμετωπίζουν (όσο καλύτερα μπορούν) ο,τιδήποτε θεωρούν ότι δεν έχουν περιθώριο να αγνοήσουν. Τα υπόλοιπα, είναι απλώς «θόρυβος» - κάτι αδιάφορο. Το σύστημα, αντιμέτωπο με το περιβάλλον του, μειώνει την αβεβαιότητα δημιουργώντας μέσα του μια απεικόνιση των πλευρών του περιβάλλοντος που θεωρεί σημαντικές: για το πρόβλημα της υγείας έχουμε σύστημα υγείας, για το πρόβλημα της γνώσης - σύστημα παιδείας, για την εξωτερική απειλή - σύστημα άμυνας, για την διεθνή παρουσία της χώρας - εξωτερική πολιτική και διπλωματικό σώμα κοκ. Δεν έχουμε - σε αντίθεση με άλλες χώρες π.χ. - σύστημα αντιμετώπισης διεθνών κρίσεων, δεν θεωρούμε ότι μας αφορά. Δημιουργούνται δηλαδή (με σχεδιασμό ή και αυθόρμητα) απαντήσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται από το περιβάλλον.
Αυτά είναι γνωστά και δεν λέω τίποτε καινούργιο. Περιέγραψα πολύ πρόχειρα - αλλά ελπίζω σαφώς - την ιδέα της εσωτερικής διαφοροποίησης (γιατί δημιουργούνται υποσυστήματα εσωτερικά σε ένα άλλο σύστημα) ή αλλιώς λειτουργικής διαφοροποίησης (γιατί τα υποσυστήματα αναλαμβάνουν ειδικές λειτουργίες).

Και πάμε στο σύστημα που μας αφορά· λέγεται ΣΥΡΙΖΑ.

Και γιατί μας αφορά; Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα με αφορά καταρχήν ως μέλος του. Σε ένα πολύ πιο ουσιαστικό επίπεδο όμως, με αφορά γιατί είναι η αξιωματική αντιπολίτευση της χώρας και πιθανόν η επόμενη κυβέρνησή της. Και, ζώντας αναπόφευκτα στην Ελλάδα, δεν έχω περιθώρια να αγνοήσω το πρόβλημα.

Το πρόβλημα λοιπόν, αυτό δηλαδή που εγώ θεωρώ πρόβλημα, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αγνοεί πεισματικά συγκεκριμένα προβλήματα που το περιβάλλον του παρουσιάζει. Εδώ, ως περιβάλλον του συστήματος ΣΥΡΙΖΑ, εννοώ την ελληνική κοινωνία αλλά και την ΕΕ. Άλλα προβλήματα παρουσιάζει στον ΣΥΡΙΖΑ η ΕΕ, κι άλλα η ελληνική κοινωνία - είναι βεβαίως αλληλοεξαρτώμενα.

Ας ξεκινήσουμε από την ΕΕ. Έχω αναλύσει αλλού, ότι όπως όλα δείχνουν, η Γερμανία δεν επιχειρεί να επιβάλλει το οικονομικό μοντέλο της στην Ελλάδα· αντίθετα, προσπαθεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα υποσύστημά της: η Γερμανία προσπαθεί να «πλασαριστεί» στην παγκοσμιοποίηση ανάμεσα σε ισχυρότερους παίκτες. Δεν υπάρχει εδώ κάτι «προσωπικό» με την Ελλάδα: σ' αυτή τη φάση, την ΕΕ βρήκε πρόχειρη η Γερμανία σαν μηχανισμό - όχημα των επιλογών της, την ΕΕ χρησιμοποιεί.

Σπεύδω να απορρίψω οποιαδήποτε θεωρία συνωμοσίας εδώ - πρόκειται απλώς για ένα εξελικτικό θέμα. Στην ιστορική συγκυρία της επανένωσης των δυο Γερμανιών, συμβαίνουν ταυτόχρονα δυο ακόμα φαινόμενα: η παγκοσμιοποίηση έχει αρχίσει να εξαπλώνεται δείχνοντας τις δυνατότητές της, αλλά και τις ευκαιρίες που προσφέρει, και ταυτόχρονα έχει ξεκινήσει ο μηχανισμός που οδήγησε στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Επιπρόσθετα, στην Γερμανική πολιτική σκηνή (και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή), αναδύεται μια ελίτ που δεν συμμερίζεται το ευρωπαϊκό όραμα των προκατόχων της: η ΕΕ είναι ήδη κεκτημένο - ο παγκόσμιος χώρος είναι το νέο πλαίσιο για αξιοποίηση. Σαν αποτέλεσμα, η γερμανική πολιτική ελίτ, ακολουθώντας την αναπόφευκτη τακτική του «βλέποντας και κάνοντας», αλλά με συγκεκριμένο στρατηγικό στόχο, συμμαχεί με κάποιες χώρες (Αυστρία, Ολλανδία, Φινλανδία), δοκιμάζει τις αντοχές κάποιων άλλων (Γαλλία, Ιταλία), αγνοεί κάποιες άλλες όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς (Βρετανία) και ενσωματώνει στα πολιτικά της σχέδια όποιες άλλες είναι δυνατόν (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία). Γιατί, η Γερμανία χρειάζεται ένα ισχυρό νόμισμα - μεταξύ άλλων - για να μπορέσει να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα σε ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία· στρατιωτική και διπλωματική ισχύ δεν διαθέτει, ούτε ελέγχει ενεργειακές πηγές, αλλά ούτε και πρωτοποριακή έρευνα παράγει. Οπότε, οι επιλογές είναι περιορισμένες - εκτός κι αν μπορέσει να απορροφήσει ό,τι μπορεί, μέχρι εκεί που φτάνει η ισχύς της: κι ο διαθέσιμος χώρος, είναι ακριβώς ο χώρος της €Ζ.
Το αν τελικά η γερμανική ελίτ θα επιτύχει στις στρατηγικές επιλογές της, είναι αδιάφορο στην περίπτωσή μας - αυτό που μετράει είναι ότι η προσπάθεια ξεδιπλώνεται.

Ασκεί λοιπόν η Γερμανία, αναντίρρητα, μια εθνική πολιτική. Σ' αυτό ακριβώς το πλαίσιο, προσπαθεί να κάνει την ΕΕ προβλέψιμη απέναντι στις δικές της (της Γερμανίας) επιλογές. Κι ένας τρόπος να κάνει ένα σύστημα το περιβάλλον του προβλέψιμο, είναι να καταστρέψει τις πλευρές του περιβάλλοντος που θεωρεί ότι απειλούν τα συμφέροντά του· εξ ου κι οι - εντελώς ανοίκειες και άγαρμπες - παρεμβάσεις της Γερμανίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Απλά: η Γερμανία (θεωρεί ότι) παίζει «χοντρό παιχνίδι» και δεν θέλει ρίσκα. Και θεωρεί, αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις της, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί ένα ρίσκο· για τα γερμανικά εθνικά συμφέροντα, προφανώς.

Έτσι, παρουσιάζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά απέναντι στην ελληνική αξιωματική αντιπολίτευση. Κάτι που προϊδεάζει, με χαμηλό το ενδεχόμενο λάθους, αντίστοιχη γερμανική συμπεριφορά απέναντι σε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: ο ΣΥΡΙΖΑ, αγνοεί πεισματικά τη γερμανική πρόκληση. Αντιδρά δηλαδή, όπως κανένα στοιχειωδώς οργανωμένο σύστημα δεν κάνει. Αντί να σχεδιάσει ένα υποσύστημα που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, χτίζει έναν πύργο υποθέσεων:

  • Ότι η γερμανική πλευρά «θα έρθει στα σύγκαλά της» όταν αντιμετωπίσει μια αποφασισμένη ελληνική κυβέρνηση. Ότι θα λειτουργήσει «ορθολογικά» και - μπροστά στα επιχειρήματα που θα αποδεικνύουν την αποτυχία των μνημονίων - θα υποχωρήσει.
  • Ότι δηλαδή, η Γερμανία θα υποχωρήσει εγκαταλείποντας την προσπάθεια να γίνει παγκόσμιος παίκτης, επειδή η Ελλάδα θα της «εξηγήσει λογικά ότι ο λογαριασμός δεν βγαίνει» (για την Ελλάδα).
  • Πως, ό,τι λέει η Γερμανική πλευρά (στους γερμανούς πολίτες αλλά και στο κοινοβούλιό της), είναι αποτελέσματα της υποχωρητικότητας της ελληνικής κυβέρνησης, κι άρα, μια άλλη κυβέρνηση στην Ελλάδα, θα αλλάξει τον πολιτικό λόγο στη Γερμανία.
  • Ότι τελικά, (σε ένα μικρό χρονικό διάστημα λόγω της επείγουσας φύσης των ελληνικών προβλημάτων), ο γερμανικός στρατηγικός σχεδιασμός θα ανατραπεί με την σύμφωνη (αναγκαστική ίσως) γνώμη της γερμανικής ελίτ.
Ο κατάλογος των υποθέσεων είναι τεράστιος. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία εδώ, είναι η λανθασμένη αντίληψη που υπάρχει για το γερμανικό παιχνίδι. Το ξαναλέω: δεν προσπαθεί να αλλάξει την Ελλάδα η Γερμανία, απλώς να την ενσωματώσει - και δεν έχει να κάνει με την Ελλάδα αυτό, αλλά με την ίδια τη Γερμανία και το μέλλον που επιθυμεί για τον εαυτό της. Ο τίγρης βρυχάται - και ο ΣΥΡΙΖΑ κωφεύει.

Γιατί όμως αντιδρά έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ;
Πάμε στο δεύτερο περιβάλλον - την ελληνική κοινωνία. Σε ό,τι αφορά την ανεξήγητη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, δυο υποθέσεις μπορούν να γίνουν.

- Πρώτη υπόθεση, ότι πράγματι πιστεύει στην πειστική δύναμη των «ορθολογικών επιχειρημάτων». Η υπόθεση αυτή είναι ευγενής - συγχωρείστε μου την απροκάλυπτη ειρωνεία - αλλά δεν στηρίζεται σε κανένα εμπειρικό δεδομένο. Σε αντίθεση με τις φαντασιώσεις κάποιων (όπως π.χ ο Habermas), η Γερμανία λειτουργεί ορθολογικά· με βάση τις προσδοκίες της γερμανικής πολιτικής ελίτ, λειτουργεί απολύτως ορθολογικά. Αν κάτι τέτοιο στηρίζει (κατά τον ΣΥΡΙΖΑ) την στάση του ΣΥΡΙΖΑ, το μέλλον είναι σαφές: η υπόθεση θα διαψευστεί ταχύτατα. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται ως η επιλογή του αυτή, να έχει μηδενικό ρίσκο. Επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι μια σύγκρουση με μια αποφασισμένη ελληνική κυβέρνηση θα καταλήξει σε ένα loose-loose αποτέλεσμα.
Αλλά γιατί; Αν η «αποφασισμένη ελληνική κυβέρνηση» δεν απειλεί τη συνοχή της €Ζ, ποιος θα είναι ο κίνδυνος για τα γερμανικά συμφέροντα; Κι αν πράγματι απειλεί την €Ζ, με ποιο σχέδιο η Ελλάδα θα εξέλθει από αυτήν;

- Δεύτερη υπόθεση, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να αποφύγει τις κατηγορίες της ελληνικής κυβέρνησης, ότι η τακτική του θα οδηγήσει την Ελλάδα εκτός €Ζ. Ότι δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της ασυμβατότητας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, αλλά αποφεύγει την εμπλοκή σε μια δημόσια συζήτηση γι' αυτό - προφανώς γιατί θεωρεί ότι θα αναλάβει υπερβολικό ρίσκο σε σχέση με την εκλογική του απήχηση.

Κι οι δυο υποθέσεις, οδηγούν απευθείας στην ανάγκη της εκπόνησης ενός «σχεδίου Β».

- Καταρχήν, για λόγους δημοκρατίας: ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι υπεύθυνος απέναντι στη ελληνική κοινωνία και για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας μεταξύ άλλων. Κι είναι βασικό ζητούμενο πλέον η επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα διακυβέρνησης. Μια κυβέρνηση που άλλα λέει κι άλλα κάνει, είναι ακριβώς το pattern που οδήγησε την Ελλάδα στην σημερινή κατάσταση.

 - Δεύτερον, για λόγους διαπραγμάτευσης: αν υπάρχει οποιαδήποτε ελπίδα να υποχωρήσει η γερμανική ελίτ (υπόθεση εργασίας κάνω), θα πρέπει να είναι σαφές ότι απειλούνται οι βασικοί μηχανισμοί που την στηρίζουν. Κι ακόμα, γιατί όποιος επιθυμεί να αλλάξει ριζικά τις στοχεύσεις ενός συστήματος (όπως ο ΣΥΡΙΖΑ με τη γερμανική ελίτ), θα πρέπει να δώσει χρόνο στο σύστημα αυτό, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Αλλιώς, επιλέγει σύγκρουση καταστροφικού χαρακτήρα.

- Τρίτον, για λόγους «εσωτερικού μετώπου»: σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί να υποστηριχθεί από την ελληνική κοινωνία, με έναν τρόπο που θα κάνει σαφές στη γερμανική πλευρά ότι, η ελληνική κυβέρνηση δεν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία εξαιτίας αυτής της σύγκρουσης.

Όποιος δηλαδή πιστεύει ειλικρινά ότι η γερμανική ελίτ μπορεί να αλλάξει στόχευση, έστω μόνο ως προς την Ελλάδα, πρέπει να της προσφέρει την ευκαιρία να το κάνει, παρουσιάζοντας δημόσια, όσο πιο νωρίς γίνεται ένα ρεαλιστικό σχέδιο Β.

Όποιος πάλι, πιστεύει (όπως εγώ) ότι δεν μπορεί η Γερμανία να ακολουθήσει σ' αυτή τη φάση άλλη πολιτική, πρέπει και πάλι να παρουσιάσει, όσο πιο νωρίς γίνεται ένα ρεαλιστικό σχέδιο Β.

Όταν η τίγρης βρυχάται, μια αντιμετώπιση είναι να κοιτάς αλλού· δυστυχώς, σπάνια αποδίδει. 

UPDATE

 Συχνά, απέναντι σε μια τέτοια επιχειρηματολογία, ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά:  « Η πλειοψηφία του κόμματος έχει αποφασίσει σχετικά, συνεπώς δεν τίθεται το ερώτημα της παραμονής της χώρας στην €Ζ». Μάλιστα και στελέχη της μειοψηφούσας άποψης, διατυπώνουν συχνά αυτή τη θέση.

Αλλά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, οι αποφάσεις των συστημάτων, δεσμεύουν μόνο τα ίδια αυτά συστήματα. Η γερμανική πολιτική ελίτ, δεν δεσμεύεται από τις αποφάσεις της ΚΕ ή του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ· ή ακόμα κι από κάποιο ελληνικό δημοψήφισμα. Άρα, η ελληνική πλευρά, πρέπει ν' αποφασίσει πώς αυτή η ίδια θα κινηθεί. Και μάλιστα, άμεσα.