Πέμπτη, Απριλίου 16, 2009

Καλή Ανάσταση!

...σε όλους, όπως κι αν την αντιλαμβάνονται.

(η φωτό δική μου, έχω πάρει τα όρη με τη μηχανή....)

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009

Ο Τσάκαλος

Λοιπόν, αυτή η ιστορία του μαθητή του ΟΑΕΔ που πυροβόλησε τους άλλους κι αυτοκτόνησε, ξέθαψε από τη μνήμη μου τον Τσάκαλο...

Στο σχολείο που πήγαινα, υπήρχαν κλίκες, ομαδούλες, όλα τα καλά, που δεν λείπουν από κανένα σχολείο (ή κανένα κοινωνικό οργανισμό).
Εγώ συμμετείχα στην κλίκα του μπάσκετ. Μόλις χτύπαγε διάλειμμα, τις μπάλες και στις μπασκέτες -συνεχώς!

Βέβαια, δεν ήταν τόσο απλό. Την εποχή εκείνη - όπως και σήμερα - τα σύμβολα δίνανε και παίρνανε. Η μπάλα σου (έπρεπε να έχεις και τη δική σου μπάλα) έπρεπε να είναι κάποιας καλής μάρκας. Κατά προτίμηση Super K (μιλάμε για την εποχή του 1974-76 ε?).
Και η φόρμα, ή Adidas ή Puma, ή All Star (Nike δεν υπήρχε τότε).
Και το μπλουζάκι το ίδιο, και το σορτσάκι το ίδιο, και τα παπούτσια κι η πετσέτα και ο σάκος που τα κουβάλαγες, όλα κάποιας καλής μάρκας.

Πληρώνανε οι γονείς μας χωρίς να καταλαβαίνουν το γιατί - κι άλλωστε τι υπήρχε για να καταλάβουν; Το θέμα είναι ότι, αν δεν είχες αυτά τα σύμβολα, ήσουν στο περιθώριο και καλή ψυχή - δεν είχες επιλογές. Η γειτονιά βέβαια ήτανε τέτοια που όλοι λίγο-πολύ, μπορούσαν να τ' αγοράσουν και πάνω-κάτω είμαστε όλοι στα ίδια από ...παράσημα...

Κάποτε, στη μέση της χρονιάς, εμφανίστηκε ένας καινούργιος μαθητής. Πουλόβερ πλεγμένο στο χέρι, τζιν άγνωστης μάρκας, παπούτσια φθαρμένα. Φιλικός με όλους, προσπάθησε να ενταχθεί. Αλλά όλοι τον απέφευγαν. Εγώ, που με θεωρούσαν οι άλλοι λίγο αλαφροΐσκιωτο, του μιλούσα όσο μπορούσα, αλλά στην πραγματικότητα δεν ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα, απλώς προσπαθούσα να είμαι ευγενικός μαζί του...

Σ' ένα διάλειμμα, κι ενώ έχουμε χωριστεί σε πεντάδες κι ετοιμαζόμαστε να πουλήσουμε μούρη στις συμμαθήτριες, εμφανίζεται ο τύπος (ξεχνάω τ' όνομά του) στο γήπεδο, χαμογελαστός και πηδούσε επιτόπου για προθέρμανση. Λέει:

- Λοιπόν, τι παίζουμε παιδιά?

Το θέαμα ήταν από τα απίστευτα για εμάς: φόρμα απ' αυτές που ξέβαφαν στο πρώτο πλύσιμο κι είχε γίνει μωβ (από μπλε). Παπούτσια Sportex. Το παντελόνι της φόρμας στερεωμένο με ζώνη - το λάστιχό του είχε ξεχυλώσει μάλλον. Ο Λ., ένα από τα πειραχτήρια της παρέας, τον περιεργάζεται επιδεικτικά καθώς εκείνος χοροπηδάει και κάνει τροχάδην επί τόπου και λέει:

- Καλώς τον Τσάκαλο!!!

Και του 'μεινε για πάντα- ο "Τσάκαλος". Έτσι τον φωνάζαμε παντού και πάντα. Κι αυτός χαμογελαστός απαντούσε.

Έπαιξε μαζί μας εκείνη τη μέρα, κι όλες τις επόμενες. Δε λέω, καλές οι φίρμες και τα επώνυμα ρουχαλάκια (είπα ότι φοράγαμε όλοι και πετσετένια περικάρπια για να σκουπίζουμε τον τίμιο ιδρώτα μας;), αλλά ο Τσάκαλος πολεμούσε σαν τσακάλι: δεν του 'παιρνες τη μπάλα με τίποτα. Ούτε φάουλ τον τρόμαζε, ούτε τρικλοποδιές. Αγκάλιαζε την μπάλα και δεν την άφηνε μέχρι να βεβαιωθεί ότι θα πάει σε συμπαίκτη του. Καταϊδρωμένος, κόκκινος και λαχανιασμένος, την έσφιγγε στο στήθος του κι έγερνε πάνω της για την προφυλάξει. Ξεφυσούσε και πηδούσε σαν κατσίκι.
Δεν ήταν σωματώδης, αλλά το νεύρο του ήταν απίστευτο. Έκανε απίθανες ασκήσεις στο μονόζυγο και κάναμε ότι δεν τον βλέπαμε. Κι ήταν πολύ καλός μαθητής (α, όλοι μας πηγαίναμε και στα σχετικά επώνυμα φροντιστήρια καθότι υποψήφιοι...) χωρίς βοήθεια.

Αλλά, ποτέ δεν τον εντάξαμε, ποτέ κανείς δεν τον πήρε τηλέφωνο για βόλτα. Ο χώρος της συνύπαρξής μας μαζί του ήταν το σχολείο -πέρα απ' αυτό τίποτα απολύτως. Τον σχολιάζαμε γελώντας - όχι μπροστά του βέβαια - κι ήτανε ας πούμε ο "τρελός του χωριού".

Μια μέρα, δεν ξανάρθε. Βγήκε η φήμη ότι άλλαξε σχολείο, για κάποιον άγνωστο λόγο. Μετά, ότι είναι άρρωστος πολλές βδομάδες και μόλις γίνει καλά θα ξανάρθει. Αλλά δεν ξανάρθε, και τον ξεχάσαμε.

Το ίδιο καλοκαίρι, έμαθα από τους μεγάλους ότι μια μέρα, σηκώθηκε να 'ρθει στο σχολείο, κι αντί να 'ρθει, αυτοκτόνησε. Μου εξήγησαν ότι "είχε πρόβλημα δεν το καταλάβατε?"....