Κυριακή, Απριλίου 23, 2006

Χακί κύκλος - 1 * Ο Παναγιώτης

Σε ένα μικρό, ιστορικό νησάκι, ήτανε τρία φυλάκια. Στο ένα (Α) ήμουν αρχιφύλακας εγώ, στο άλλο (Β) ένας κολλητός, στο τρίτο (Γ) ένας ανθυπολοχαγός.

Το δικό μου το φυλάκιο, το Α, ήταν ένα παρατηρητήριο, στην κορφή ενός γκρεμού που έπεφτε απότομα, με αρνητική κλίση στη θάλασσα. Το μέρος ήτανε άγριο, ρεύμα δεν υπήρχε, ούτε νερό. Μόνο κάτι άγρια κατσίκια που γύρναγαν σε κοπάδια και δεν σ' άφηναν να τα ζυγώσεις κοντύτερα από 100 μέτρα.

Τη λύση, και η ζωή, την προσέφερε ο Παναγιώτης. Ένας γάιδαρος ήταν ο Παναγιώτης... Της υπηρεσίας, μιας υπηρεσίας που γι' αυτόν δεν τέλειωσε μέχρι το θάνατό του. Τη μια μέρα κουβάλαγε 60 λίτρα νερό στο φυλάκιο Α, την άλλη στο Β. Και μαζί τρόφιμα, εφόδια, τα πάντα στη ράχη του. Κάθε μέρα... Ήταν ο πιο παλιός φαντάρος στο νησί.

Όταν πρωτοπήγα, παρουσιάστηκα στο Γ και έπρεπε να πάω στο Α. Βαριόντουσαν να με πάνε. Μου λένε:

- "Βάλε τον Παναγιώτη στην αρχή του μονοπατιού κι ακολούθα τον".

Αυτό κι έκανα. Κι ο Παναγιώτης, που κατάλαβε τι ποντίκι άσχετο ήμουνα, σε μια στροφή του μονοπατιού προς το Α, έστριψε προς μια παραλία. Φτάσαμε εκεί, μια πολύ ωραία παραλία, ο γάιδαρος σταμάτησε κι έβλεπε τα κύματα. Φυλάκιο πουθενά. Κατάλαβα το δούλεμα που μου έριξε, αλλά τι να κάνω??? Έβλεπα τα κύματα κι εγώ. Κάπνισα όσα τσιγάρα είχα, κι έπιασε να νυχτώνει...

Σε κανά δυο ώρες, οι στρατιώτες του φυλακίου Α, που περίμεναν και δεν με είδαν να φτάνω, άρχισαν να ψάχνουν. Μάλλον περισσότερο ανησύχησαν για τον Παναγιώτη που αποτελούσε την πηγή της ζωής τους, παρά για μένα. Εγώ ήμουν απλώς ο νέος ψαρωμένος αρχιφύλακας...
Άκουσα τις φωνές τους:

- "Heinz! Heinz!". Ναι, εντάξει, δεν φώναζαν "Παναγιώτη! Παναγιώτη!", αλλά μάλλον επειδή ο γάιδαρος δεν μπορούσε να απαντήσει...

Ε, απάντησα εγώ, και με βρήκαν λυμένοι στα γέλια:

- "Χαχαχα, ρε ψάρακα, στην έσκασε ο γάιδαρος ε?".

Από κείνη τη στιγμή και πέρα, οι σχέσεις μας με τον Παναγιώτη μπήκαν σε ανταγωνιστική βάση. Δεν τον συμπαθούσα και καβγάδιζα μαζί του με τις ώρες. Τον σεβόμουν, και σαν ζωντανό πλάσμα, και σαν πηγή ζωής για μας εκεί πάνω, αλλά δεν τον χώνευα!!! Τον θεωρούσα εξυπνάκια, κρυόκωλο και μονόχνωτο.

Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Ό,τι μπορούσε να κάνει για με ταλαιπωρήσει το έκανε. Όσο κοίταζα να τον καλοπιάσω, τόσο εκτόξευε κάτι εντυπωσιακές κλωτσιές με τα πεταλωμένα πόδια του. Όταν πήγαινα πίσω του, ξαφνικά κι απροειδοποιήτα, τίναζε με ορμή τις οπλές του. Ήταν σκέτος Μπρους Λη!!! Πρώτα άκουγα το σφύριγμα του αέρα από την κλωτσιά που έχανε τον στόχο της (εμένα) και μετά συνειδητοποιούσα τι συνέβαινε. Για καλή μου τύχη, ποτέ δεν με πέτυχε. Μπορεί και νάταν απλώς προειδοποιητικές βολές. Πάντως, δεν βοηθούσαν την αποκατάσταση των σχέσεών μας.

Τον πρόσεχα πολύ. Γιατί, αν τον χάναμε, θα λέγαμε το νερό νεράκι στην κυριολεξία. Τέσσερα άτομα στην κορφή του γκρεμού, με την κοντινότερη πηγή στα τρία χιλιόμετρα, δεν ήταν αστείο.
Είχα μάθει ότι μικρός είχε σπάσει τη ράχη του κι ήταν πολύ ευαίσθητος. Έτσι πρόσεχα πάντα πως τον φόρτωνα, κι αν έβλεπα ότι το βάρος ήταν υπερβολικό, ή έβαζα λιγότερα πράγματα, ή τα φορτωνόμουν ο ίδιος. Και δεν τον καβάλησα ποτέ. Το δικό μου βάρος το κουβαλούσα μόνος μου άλλωστε.

Αλλά αυτός ο κερατάς τίποτε!!! Είχε πάντα τη μανία να προσπαθεί να κατεβεί σ' εκείνη την παραλία που με είχε πάει την πρώτη μέρα. Κι όταν τον τράβαγα με το ζόρι προς το φυλάκιο, τίναζε το σαμάρι κι έχυνε τα νερά γκαρίζοντας!!! Και πηδούσε γύρω - γύρω, προσπαθώντας να με πετύχει. Καταλαβαίνετε ότι το πήρα τελείως προσωπικά.

Μια μέρα, κατ' εξαίρεση, φτάσαμε στο φυλάκιο με τα κάνιστρα γεμάτα, δεν είχε χύσει σταγόνα. Αμέσως του έβαλα να φάει, έτσι για ...επιβράβευση!! Μου χώνει κι αυτός μια κλωτσιά που έξυσε τον μηρό μου (σκέψου να με πετύχαινε ανάμεσα στα πόδια!!!), κι αρχίζει να τρώει, αντί για τ' αγγούρια που τούβαλα, τον κορμό του πεύκου που ήτανε δεμένος. Αρπάζω κι εγώ ένα φτυάρι και του ρίχνω με την πλατιά μεριά μια δυνατή σφαλιάρα στον κώλο!! Με κοίταξε γαλήνιος και συνέχισε να τρώει το πεύκο.

Από κείνη τη μέρα όμως δεν με ξανακλώτσησε.

Τώρα, πρέπει να καταλάβετε ότι είμαι παιδί της πόλης. Γάιδαρο ζωντανό δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Αλλά με τον καιρό έμαθα και τα παραγγέλματα:

- "Πσουουουου!!!!!" = STOP
- "Πρρρρρρρρ!!!!!" = go straight

Με τον Παναγιώτη γίναμε τουριστική ατραξιόν. Όταν κατέβαινα στο φυλάκιο Γ να πάρω νερό, περνάγαμε από το σημείο που το καϊκι ξεφόρτωνε τουρίστες για βόλτα και προσκύνημα (είχε κι ένα μοναστήρι εκεί). Οι ξένες, έτρεχαν με τις φωτογραφικές μηχανές, να απαθανατίσουν εμένα με τον Παναγιώτη.
Τι να κάνω, να τις σιχτιριάσω??? Στηνόμουν κι εγώ, ημιονοδηγός του '40, με τον Παναγιώτη ηρωϊκή μορφή της Πίνδου, κι έβγαινα φωτογραφίες. Κι όταν μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι με τη βλακεία της πατρίδας μου να μας έχει εκεί χωρίς νερό και ρεύμα, κι εξαρτημένους από έναν ιδιόρρυθμο γάιδαρο, έλεγα στις τουρίστριες που μας φωτογράφιζαν:

- "You know, it' s really not allowed to take photos of military personnel".

Και χαχάνιζαν αυτές που ήταν military personnel ο Παναγιώτης, χαμογελούσα κι εγώ με κακία, ευχαριστημένος που τσαλάκωνα την εικόνα της Γραικιάς όσο μπορούσα...

Η μοναδική φορά έκτοτε που με απείλησε (ας πούμε) ο Παναγιώτης, ήταν από δικό μου φταίξιμο:

Μια μέρα, τον τάισα δυο τελάρα ντομάτες στο Γ και ξεκινήσαμε για το φυλάκιό μας. Στην ανηφόρα ο Παναγιώτης έκλανε (ε, τι να πω, "επέρδετο"?) μανιωδώς και κατά συνήθειαν. Αλλά εκείνη τη μέρα, λόγω της πολλής ντομάτας, αντί να εκτοξεύσει την συνήθη πορδή, εκτόξευσε μια τρομακτική σε πίεση ...διάρροια!!!! Μια τεράστια φρικαλέα καφέ ρουκέτα, πέρασε δέκα πόντους από το δεξί μου αυτί και - ως εκ θαύματος - έμεινα τελείως ανέγγιχτος.
Έκτοτε, κομμένες οι ντομάτες από το διαιτολόγιο.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγω από κει, ενημέρωσα τον αντικαταστάτη μου, ένα τετράπαχο βόδι από την Κρήτη, για το πρόβλημα της μέσης του Παναγιώτη. Του τον παρέδωσα, τον αποχαιρέτησα κι έφυγα.
Μόλις πάτησα το πόδι μου στην κανονική μου μονάδα (σ' ένα πολύ τουριστικό νησί), έμαθα ότι ο Παναγιώτης είχε πεθάνει. Το βόδι ανέβηκε στον γάιδαρο, η μέση του γάιδαρου έσπασε, κι ο Παναγιώτης ξεψύχησε... Αυτό ήταν το τέλος του.

Αλλά δεν το άφησα έτσι. Γκρίνιαξα, φώναξα, και το βόδι άρπαξε 2ο μέρες φυλακή
Αυτά ήταν τα εννιάμερα του Παναγιώτη.

Το βόδι που ήταν υπεύθυνο για τον θάνατό του, υποχρεώθηκε να κουβαλάει κάθε μέρα στο φυλάκιο 30 λίτρα νερό στην δική του πλάτη.
Κι αυτό ήταν το μνημόσυνο του Παναγιώτη...

6 σχόλια:

maika είπε...

..δυστυχώς παντού και πάντα θα υπάρχει ένα βόδι που θα σπάει τη μέση κάποιου Παναγιώτη...δυστυχώς..

aphrodite είπε...

A ρε Heinz, ήδη μου λείπει να "συν-σχολιάζω" μαζί σου...

heinz είπε...

@aphrodite

Εγκατέλειψες το blog του Δήμου??

aphrodite είπε...

Ναι. Χτες τα είχα πάρει ΤΟΣΟ πολύ με αυτά που ειπώθηκαν εναντίον καλών δικών μου προθέσεων από "μπιπ" και ειδικά με την ανοχή των υπολοίπων (πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων), που είπα στοπ. Βλέποντας και ΠΟΣΟ υπερασπίστηκα ακόμη κι ενάντια σε "μπιπ" άλλους φίλους, τσαντίστηκα με το ότι θίχτηκαν αρκετοί κι όμως μίλησαν τόσοι λίγοι...

Συνέχισα όμως το διάβασμα, και σήμερα 8 παρά, είπα δεν θα αφήσω την ευκαιρία να "συνομιλώ" με ανθρώπους σαν κι εσένα (που το μυρίστηκες και με τη μία), το καλό που μου κάνεις είναι μεγαλύτερο από την όποια φθορά....

Οπότε, νά'μαι...

Σ'ευχαριστώ που γράφεις και με μορφώνεις!

heinz είπε...

Δεν νομίζω - ειλικρινά - ότι έχεις ανάγκη από μόρφωση Αφροδίτη. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο έχω εγώ να μορφωθώ από σένα.

Το σωστό να λέγεται είπε...

Φίλε Χεινζ,
Τέτοιο γέλιο είχα να κάνω για καιρό.
Διάβασα και τα δύο χακι-διηγήματα σου και χαίρομαι που σε συνάντησα στην Βλογόσφαιρα.

Αλλά λυπήθηκα για τον φίλο σου τον Παναγιώτη, από την φάτσα στην φωτογραφία τον κόβω μουτράκι.

Σ΄ευχαριστώ.


Υ.Γ.
Ο φουκαράς νοσταλγούσε την γενέτειρά του γι'αυτό σε κατέβαζε συνέχεια στην παραλία, να βρεί τρόπο να ξεφύγει από την ξενητειά.

Το Heinz δεν έχει να κάνει με σάλτσες;